Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης



Το ζητούμενο είναι αφενός η ανακοπή της εισροής κι αφετέρου η διαχείριση της μεταναστευτικής πραγματικότητας εντός της χώρας. Αντί γι’ αυτά, η κυβέρνηση υπεκφεύγει από το πρόβλημα, μοιράζοντας ιθαγένεια και δικαίωμα ψήφου. Πρόκειται για άλμα στο κενό κι όχι προς τα εμπρός, αφού το νομοσχέδιο αφήνει νομικά «παράθυρα». Η προσδοκία εύκολης νομιμοποίησης και πολιτογράφησης πιθανότατα θα τροφοδοτήσει τη λαθρομετανάστευση.

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης


Του Σταυρου Λυγερου

Η παραχώρηση ιθαγένειας και δικαιώματος ψήφου σε μετανάστες είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να εκτραπεί σε αντιπαράθεση ιδεολογημάτων και ανταλλαγή προσβλητικών χαρακτηρισμών. Η Ελλάδα φιλοξενεί κατά κανόνα μετανάστες που εισήλθαν παρανόμως. Στην πορεία νομιμοποίησε μαζικά ένα ποσοστό εξ αυτών. Το φαινόμενο, όμως, είναι συνεχούς ροής. Χιλιάδες εισέρχονται μηνιαίως και εγκλωβίζονται εδώ, επειδή είναι εύκολη η είσοδος στην Ελλάδα και δύσκολη η έξοδος. Ο ισχυρισμός ότι θα στεγανοποιηθούν τα σύνορα είναι προπαγανδιστικός. Οταν το Λιμενικό εντοπίζει πλοιάρια κατά κανόνα υποχρεώνεται σε επιχείρηση διάσωσης. Η μόνη λύση είναι η υιοθέτηση κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής επαναπατρισμού και επανεισδοχής όσων λαθρομεταναστών δεν δικαιούνται πολιτικό άσυλο ή άλλη προβλεπόμενη προστασία.

Η συσσώρευση λαθρομεταναστών απειλεί πολλαπλώς τις κοινωνικές ισορροπίες ειδικά στις συνθήκες οξύτατης κρίσης. Η «μαύρη» εργασία συρρικνώνει τη νόμιμη απασχόληση στους χειρώνακτες. Οι κοινωνικές υποδομές επιβαρύνονται. Η δυσκολία επιβίωσης ενισχύει την εγκληματικότητα. Η βαθιά πολιτισμική διαφορά εμποδίζει ακόμα και μουσουλμάνους που απέκτησαν ιθαγένεια να ενσωματωθούν στις δυτικές κοινωνίες. Στην Ελλάδα είναι επιπόλαιο να μιλάμε για μαζική ενσωμάτωση, επειδή ο αριθμός τους συνεχώς αυξάνεται με αποτέλεσμα να ζουν γκετοποιημένοι, συνήθως σε άθλιες συνθήκες.

Το ζητούμενο είναι αφενός η ανακοπή της εισροής κι αφετέρου η διαχείριση της μεταναστευτικής πραγματικότητας εντός της χώρας. Αντί γι’ αυτά, η κυβέρνηση υπεκφεύγει από το πρόβλημα, μοιράζοντας ιθαγένεια και δικαίωμα ψήφου. Πρόκειται για άλμα στο κενό κι όχι προς τα εμπρός, αφού το νομοσχέδιο αφήνει νομικά «παράθυρα». Η προσδοκία εύκολης νομιμοποίησης και πολιτογράφησης πιθανότατα θα τροφοδοτήσει τη λαθρομετανάστευση.

Η παραχώρηση ιθαγένειας και δικαιώματος ψήφου πρέπει να είναι συνιστώσες μιας ολοκληρωμένης πολιτικής κι όχι προϊόν ιδεολογικών εμμονών. Είναι γελοίο να συγχέεται ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε μετανάστη με την παραχώρηση ιθαγένειας. Και βεβαίως είναι άκρως επικίνδυνο ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να προσεγγίζεται με όρους ιδεολογικής τρομοκρατίας. Οσοι παρακάμπτουν την δημόσια κριτική, χαρακτηρίζοντάς την «ακροδεξιά» και «ρατσιστική», βολεύονται οι ίδιοι και ταυτοχρόνως προσφέρουν πολύτιμο δώρο στον ΛΑΟΣ. Ουσιαστικά, προσπαθούν να εγκλωβίσουν τη δημόσια συζήτηση μεταξύ Σκύλλας (όσοι αντιλαμβάνονται την Ελλάδα σαν χώρο κι όχι ως χώρα) και Χάρυβδης (όσοι μιλούν για νόθευση της ανύπαρκτης καθαρότητας του ελληνικού αίματος).

Ο νέο-Οθωμανισμός στη Τουρκία: Συρία τώρα στον πλευρό των Τουρκοκύπριων

Η Συρία τώρα σύμμαχος της Ισλαμικής κυβέρνησης της Τουρκίας....


Το τρίγωνο Ελλάδος, Τουρκίας, Συρίας


Tου Ιωαννη Ν. Γρηγοριαδη *

Οι καλές σχέσεις της Ελλάδος με τον αραβικό κόσμο αποτέλεσαν έναν από τους πυλώνες της ελληνικής περιφερειακής πολιτικής έως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτές δεν στηρίζονταν μόνον σε ιστορικούς ή πολιτιστικούς δεσμούς. Η μάλλον φιλοαραβική στάση της Ελλάδος στο Παλαιστινιακό -η Ελλάς ήταν από τις ελάχιστες δυτικές χώρες που δεν είχαν αναγνωρίσει το κράτος του Ισραήλ έως το 1990- ανταποδιδόταν από τη διακριτική αλλά σταθερή υποστήριξη του αραβικού κόσμου στις ελληνικές θέσεις στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ωστόσο, σήμανε τη σταδιακή μείωση του ελληνικού ενδιαφέροντος, τη συρρίκνωση της ελληνικής διπλωματικής επιρροής και την απώλεια παραδοσιακών διπλωματικών ερεισμάτων στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η βαθμιαία υποβάθμιση των ελληνικών διπλωματικών σχέσεων με τη Συρία.

Η αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ από την Ελλάδα δεν συνοδεύτηκε από μια στρατηγική διεκδικήσεως ενός μεσολαβητικού ρόλου στη συροϊσραηλινή διένεξη ούτε από μια στρατηγική διαμεσολαβήσεως στις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συρία και κατ’ επέκταση τον αραβικό κόσμο. Τα Βαλκάνια και η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτέλεσαν τις στρατηγικές προτεραιότητες της ελληνικής διπλωματίας και η διατήρηση μιας δραστήριας εξωτερικής πολιτικής προς τη Μέση Ανατολή θεωρήθηκε μάλλον περιττή πολυτέλεια. Η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ωστόσο, ανέστειλε για μερικά χρόνια την παρακμή των σχέσεων Ελλάδος-Συρίας.

Η ιστορική αντιπαλότητα Συρίας και Τουρκίας, η οποία εδραζόταν στην εδαφική διένεξη σχετικά με την επαρχία της Αλεξανδρέττας, είχε οξυνθεί λόγω της ευθείας υποστηρίξεως την οποία η Συρία παρείχε προς το ΡΚΚ και της διενέξεως σχετικά με τα ύδατα του Ευφράτη. Και αν η κοινή αντιπαράθεση με την Τουρκία θεωρείτο επαρκής λόγος για την καλλιέργεια των διμερών σχέσεων, αυτή πλέον έχασε κάθε περιεχόμενο όταν Ελλάς και Συρία, για διαφορετικούς λόγους, αποφάσισαν να επιδιώξουν την προσέγγιση προς τον άλλοτε κοινό πολέμιο.

Η βελτίωση των σχέσεων Τουρκίας και Συρίας, δύο κρατών που έφθασαν στο χείλος του πολέμου το 1998, έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία και συνδέεται με τη νέα μεσανατολική στρατηγική της κυβερνήσεως Ερντογάν. Οι εδαφικές διαφορές τέθηκαν επιδέξια στο περιθώριο χωρίς να επιλυθούν, ενώ έμφαση δόθηκε στη στενή οικονομική και πολιτική συνεργασία. Τα οφέλη ήταν αμοιβαία: η Συρία, από τη μια, έβγαινε από μια επώδυνη διπλωματική και οικονομική απομόνωση. Η Τουρκία, από την άλλη, αποκτούσε πρόσβαση στην αγορά της Συρίας και -μέσω αυτής- του αραβικού κόσμου και διεκδικούσε επίσης ρόλο γέφυρας μεταξύ της Συρίας και της Δύσεως.

Η νέα εποχή στις τουρκοσυριακές σχέσεις είχε και την επίδρασή της στην πολιτική της Συρίας στο Κυπριακό. Η διεξαγωγή ακτοπλοϊκών δρομολογίων μεταξύ του συριακού λιμένος της Λαττάκειας και του κατεχόμενου λιμένος της Αμμοχώστου στην Κύπρο, κατά παραβίαση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, ήταν ενδεικτική της δραματικής αλλαγής των διπλωματικών ισορροπιών στο τρίγωνο Αθήνας-Αγκυρας-Δαμασκού.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του αναπληρωτού υπουργού Εξωτερικών για την «ανάκτηση του ρόλου της Ελλάδος στη Μέση Ανατολή» είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Η Ελλάς χρειάζεται επειγόντως στρατηγική για τη Μέση Ανατολή ώστε να διεκδικήσει αυτή τον ρόλο της γέφυρας μεταξύ Ευρώπης και αραβικού κόσμου. Απαιτείται όμως πολλή και σκληρή δουλειά, για να καλυφθούν αβελτηρία και παραλείψεις ετών. Η αποκατάσταση στενής διπλωματικής και οικονομικής συνεργασίας με τη Συρία δεν θα είναι παρά μόνον η αρχή.

* Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.

The Greek tragedy deserves a global audience

Ήταν μεγάλο σφάλμα η πολιτική του Σημήτη και η ένταξη της Ελλάδος στο Ευρώ. Το κόστος στο ελληνικό λάο ήταν τεράστιο και φοβάμαι ότι δεν έχουμε δει ακόμα το χειρότερο...

By Desmond Lachman

Έχοντας περάσει την καριέρα μου παρακολουθώντας τις αναδυόμενες αγορές τόσο στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) όσο και στη Wall Street, έχω δει αρκετές συμφωνίες σταθερών ισοτιμιών να καταρρέουν. Έχω επίσης παρακολουθήσει στενά τα στάδια τα οποία διανύουν οι χώρες που ταλαιπωρούνται από σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αυτή η πείρα με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όπως ακριβώς συνέβη στην Αργεντινή πριν από μία 10ετία έτσι και στην Ελλάδα πλησιάζουμε προς το τελικό σημείο.

Υπάρχουν όλες οι ενδείξεις ότι έπειτα από δύο ή τρία χρόνια και αφού έχουν σπαταληθεί αρκετά δημόσια κεφάλαια, η Ελλάδα θα πάψει να είναι μέλος της ευρωζώνης.

Το πρώτο βήμα για τη νομισματική κρίση γίνεται όταν μία χώρα, ωθούμενη από την τάση της να εισάγει οικονομική πολιτική, εφαρμόζει σταθερή ισοτιμία του νομίσματός της, κάτι το οποίο δεν ταιριάζει με την οικονομία της. Η Αργεντινή -αντιμέτωπη αρκετές φορές με τη χρεοκοπία- το εφάρμοσε το 1991, όταν συνέδεσε άρρηκτα το πέσο με το δολάριο, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να νικήσει τον υπερπληθωρισμό.

Αφού δεν κατόρθωσε να εκπληρώσει τα κριτήρια για την ένταξή της στην ευρωζώνη το 1999, η Ελλάδα -η οποία για αρκετά χρόνια ήταν σπάταλη- κατόρθωσε να τα εκπληρώσει το 2001, χάρη στη δημιουργική λογιστική που εφάρμοσε. Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα από την Αργεντινή, η Ελλάδα εγκατέλειψε το νόμισμά της και υιοθέτησε το ευρώ. Εισήλθε σε ένα κλαμπ στο οποίο η πιθανότητα κάποιο μέλος να το εγκαταλείψει δεν υπάρχει.

Το επόμενο στάδιο προς την κρίση είναι όταν μία χώρα εφαρμόζει πολιτικές που δεν συνάδουν με τις συμφωνίες τις οποίες έχει κλείσει. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών η δημοσιονομική πειθαρχία ήταν κάτι άγνωστο για την Αθήνα. Η είσοδος στην ευρωζώνη υποτίθεται ότι υποχρεώνει κάθε χώρα να είναι πιστή στις εντολές της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή να διατηρεί το έλλειμμά της χαμηλότερα από το 3% του ΑΕΠ και το χρέος της χαμηλότερα από το 60% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα της Ελλάδας έχει φτάσει στο 12,7% του ΑΕΠ, ενώ το χρέος της προβλέπεται ότι θα αγγίξει φέτος το 120% του ΑΕΠ.

Το διογκωμένο έλλειμμα, μαζί με τα υποχρεωτικά χαμηλά επιτόκια, δημιουργεί τις συνθήκες για το τέλος του παιχνιδιού. Το πράττει όχι μόνο λόγω του ότι τα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας έχουν εισέλθει σε αβέβαιη πορεία, αλλά και με τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. Σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα έχει κατορθώσει να ξεπεράσει ακόμη και την Αργεντινή, καθώς η ανταγωνιστικότητά της έχει υποχωρήσει κατά 30% σε σύγκριση με τους εταίρους της στην Ε.Ε.

Καθώς αρχίζουν να εμφανίζονται οι έντονες ανησυχίες των αγορών, οι χώρες στρέφονται προς εξωτερική βοήθεια. Στην περίπτωση της Αργεντινής αυτό σήμαινε στροφή προς το ΔΝΤ (με τις ευλογίες των ΗΠΑ). Για την Ελλάδα σημαίνει στροφή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Όμως στη δεύτερη περίπτωση ο «σπόνσορας» δεν είναι τόσο πρόθυμος να προσφέρει απεριόριστη ρευστότητα, ενώ παράλληλα ζητά από τη χώρα να εφαρμόσει σκληρές, εισαγόμενες, πολιτικές.

Στην περίπτωση της Αργεντινής η συνεχής στήριξη από το ΔΝΤ πρόσφερε κάποια σωτηρία για ένα-δύο χρόνια και κατόπιν ξέσπασαν έντονες διαμαρτυρίες από τους πολίτες, αποδεικνύοντας ότι το ΔΝΤ δεν είχε να ασχοληθεί με ένα απλό νομισματικό πρόβλημα, αλλά με μία περίπτωση πιθανής χρεοκοπίας.

Είναι πολύ δύσκολο να «δει» κάποιος την τρέχουσα κρίση στην Ελλάδα να έχει καλύτερο happy end. Κάθε προσπάθεια να υπάρξει μείωση του ελλείμματος στα επίπεδα που ορίζει το Μάαστριχτ θα οδηγήσει σε βαθύτερη ύφεση. Η προσπάθεια να υπάρξει στήριξη της ελληνικής ανταγωνιστικότητας μέσω μείωσης μισθών θα οδηγήσει σε εφαρμογή σκληρών και μη αποδεκτών πολιτικών για αρκετά χρόνια.

Τα μηνύματα, δε, δεν είναι διόλου θετικά: οι ανακοινώσεις για λήψη μέτρων περιορισμού των δαπανών έχουν ήδη ξεσηκώσει διαμαρτυρίες. Επίσης, η ΕΚΤ δεν φαίνεται πρόθυμη να προσφέρει χρηματοδότηση. Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν υποβαθμίσει την Ελλάδα, ενώ ο κ. Jurgen Stark, στέλεχος της ΕΚΤ, έχει δηλώσει ότι η διάσωση της χώρας δεν είναι εφικτή.

Εάν υπάρχει κάτι που οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να διδαχτούν από την Αργεντινή είναι ότι δεν μπορούν να αποφύγουν το αναπόφευκτο. Η χώρα έχει τόσο υψηλό χρέος που δύσκολα θα μπορέσει να το αναδιοργανώσει. Η Αθήνα θα πρέπει να εγκαταλείψει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την ευρωζώνη. Βέβαια, αυτό δεν είναι ένα τέλος που ταιριάζει στις «παραδοσιακές» Ελληνικές Τραγωδίες.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...