Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Η Ελλάδα αλλάζει αγκαλιά: από την Γερμανία στις ΗΠΑ (Τουρκία)



Του Δημήτρη Α. Γιαννακόπουλου *
Ήρθε η ευλογημένη ώρα της κυνικής αλήθειας που συνδυάζει στρατηγική, γεωπολιτική και οικονομία. Αν δεν τα συνδυάσεις αυτά τα τρία μπορεί μεν να προσεγγίσεις με σχετική ακρίβεια επιμέρους πραγματικότητες, αλλά δεν θα μπορέσεις ποτέ να ορίσεις το εθνικό συμφέρον στην βάση της κοινωνικής διαδικασίας μιας χώρας και ως προϊόν διεθνών πολιτικών σχέσεων της συγκυρίας. Δίχως τον συνδυασμό αυτό......

το εθνικό συμφέρον δεν επικοινωνεί με την εθνική ταυτότητα και τα δύο με την εξέλιξη της κοινωνίας και την διάσταση της οικονομίας μιας χώρας. Και όλα τούτα τώρα ακόμη περισσότερο από παλαιότερα, παρότι έχουμε εισέλθει στον προθάλαμο της μεταβιομηχανικής εποχής, που αναπαριστά την υποχώρηση του κεφαλαιοκρατικού κράτους ενώπιον υπερεθνικών πολιτικοοικονομικών καπιταλιστικών θεσμών. 


Η δική μας προσέγγιση, πρόταση και διαπραγμάτευση αναφορικά με την πολύπλευρη ελληνική κρίση της εποχής επιχείρησε να συνδυάσει αυτά τα τρία πράγματα δίχως να το δηλώνει ρητώς, καθώς η συσχέτιση δεν αφορούσε στην σύνδεση συμπερασμάτων από κάθε μια επιμέρους προσέγγιση [οικονομική, (μικροπολιτική), στρατηγική, γεωπολιτική], αλλά στην εσωτερική συνοχή των τριών αυτών οπτικών εντός μιας και της αυτής αφήγησης. Έτσι εξηγείται, σε κάποιον βαθμό, και το «μήκος» των διαδικτυακών μου σχολίων, ανεπίτρεπτο πολλές φορές ως προς το συγκεκριμένο πεδίο αρθρογραφίας. 

Σήμερα θα επιχειρήσω όσο γίνεται πιο συνοπτικά να αναφερθώ σε κάποια θεμελιώδη συμπεράσματα από την συγκεκριμένη συσχέτιση οικονομίας, στρατηγικής και γεωπολιτικής που επιχείρησα, αφήνοντας απέξω, αναγκαστικά, κρίσιμους εσωτερικούς παράγοντες, που επίσης απασχόλησαν την γραφή μου. Θα το πράξω μάλιστα με κυνικότητα, δίχως (προσωπική) αξιολόγηση. 

Η ελληνική κρίση ως στοιχείο μετεξέλιξης των διεθνών πολιτικοοικονομικών καπιταλιστικών σχέσεων, προκαλεί δυναμική γεωπολιτικής μεταβολής στην περιοχή μας. Η κρίση αυτή είναι ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα της κρίσης αναδιοργάνωσης του Δυτικού Συστήματος Ηγεμονίας και Ασφάλειας και αφορά αμέσως στην Νέα Αμερικανο/Αγγλο-Γερμανική σχέση εντός του Δυτικού συστήματος και παγκοσμίως και στην σχέση της Νέας Οικονομίας με την βιομηχανική ανάπτυξη, ενώ εμμέσως στις τελικές ρυθμίσεις στον βαλκανικό χώρο και στην νέα γεωπολιτική διάσταση της Μεσογείου ως περιοχή σύγκρουσης οικονομικών συμφερόντων που στοιχίζονται πίσω από Μεγάλες Δυνάμεις. Άρα, η ελληνική κρίση είναι η «μαμή» της ιστορίας της νεωτερικότητας κατά το πέρασμα στην μεταμοντέρνα εποχή, τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή περιοχή της Μεσογείου. 

Σημειώστε πως η πολιτική αναπαράσταση της νεωτερικότητας (Διαφωτισμός, ορθολογισμός, μοντέρνα κράτη) συνδέεται άρρηκτα με τον ευρωκεντρισμό και την αποικιοκρατία, όπως και με τον αυτοπροσδιορισμό της Ευρώπης σε πολιτισμική οντότητα υψηλής/ανώτερης αξίας. Στο πλαίσιο αυτό καθετί μη ευρωπαϊκό υποτιμήθηκε ως ξεπερασμένο, βάρβαρο έως προϊστορικό. Όμως μετά τον τερματισμό της συγκεκριμένης μορφής αποικιοκρατίας και την ανάληψη της ηγεμονίας από τις ΗΠΑ , μέσα από την αμφισβήτηση της βίας του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, μια νέα μορφή φαντασιακής πολιτισμικής υπεροχής του Δυτικού Πολιτισμού γεννήθηκε ως δημοκρατική αφήγηση που αποθέωνε τον νεοφιλελευθερισμό, η οποία κατέληξε στους περίφημους «ανθρωπιστικούς πόλεμους», που έλαβαν έκταση μετά την διάλυση των αντίπαλων μπλοκ (σοσιαλιστικό-φιλελεύθερο), τα οποία είχαν σχηματισθεί ως διευθέτηση για την διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όλα αυτά στηρίχτηκαν ιδεολογικά στην θεμελιώδη αρχή της νεωτερικότητας: δόξα και τιμή στην αυτονομία και αυτοδιάθεση του υποκειμένου που ορίζει την ταυτότητά του μέσω της σχέσης αλλά και της καθυπόταξης της ετερότητας! Κυνικά μιλώντας θα έλεγα ότι αυτό αναπαριστά και νομιμοποιεί πολιτικά τον έλεγχο επί του υποδεέστερου σε ισχύ Άλλου. Η δημοκρατικοφανής και ανθρωπιστική αφήγηση της νεωτερικότητατας αποτελεί με άλλα λόγια, συγκαλυμμένη ή λιγότερο συγκαλυμμένη πολιτική έκφραση βίας έναντι του Άλλου. 

Η κρίση της νεωτερικότητας στα τέλη του εικοστού αιώνα και το πέρασμα στην μεταμοντέρνα εποχή εκφράζεται αρχικά με την αποσύνδεση της νεωτερικότητας από το «ευρωπαϊκό ιδεώδες» (διαφωτισμός, ιμπεριαλισμός και πολιτικός φιλελευθερισμός) με την πολιτικοοικονομική άνοδο μη-δυτικών κοινωνιών. Σε αυτές, τις μη-χριστιανικές κοινωνίες, η μετανεωτερικότητα δομείται στο πλαίσιο της προσαρμογής της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού στις παραδόσεις και στην θρησκευτική ηθική και όχι ως ρήξη με αυτά, όπως συνέβη σε μεγάλο βαθμό στην Δύση. Έτσι σε χώρες έξω από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ η μετανεωτερικότητα ορίζει πολιτικά την «μεταδυτικότητα». Η κρίση της νεωτερικότητας συνδυάζεται επίσης με την κυνική έκφραση της κατάλυσης της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας: «Κάποιες κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει ότι έχουν χάσει εδώ και καιρό την εθνική τους ανεξαρτησία λόγω του υψηλού χρέους τους. Μόνο αν εκχωρήσουν την εθνική τους κυριαρχία θα έχουν τη στήριξη και την αλληλεγγύη της Ευρωζώνης», δήλωσε όμορφα και απλά προχθές ο Ευρωπαίος Κεντρικός Τραπεζίτης Μάριο Ντράγκι, συμφωνώντας ασφαλώς με τον αγαπητό κύριο Σόιμπλε. 

Εντός αυτής της κρίσης που σηματοδοτεί την μετάβαση σε μια νέα εποχή παγκοσμίως οφείλουμε να εξετάσουμε την ελληνική περίπτωση, που ορίζεται από το σημερινό οικονομικό αδιέξοδο. Η ελληνική κρίση αποτελεί κεφαλαιώδη έκφραση της κρίσης του έθνους-κράτους στην καρδιά του ευρωπαϊσμού. Η κρίση αυτή αντανακλά δύο πραγματικότητες: (1) τις οικονομικές συνέπειες της νεωτερικότητας ως προς την φθορά των ιδεολογικών και πολιτικών αναπαραστάσεων που συνδέθηκαν μαζί της και (2) την αμφισβήτηση της ιστορίας ως εξελικτικής κοινωνικής διαδικασίας, με διατράνωση του οικονομισμού («όλα είναι οικονομία») και της κοινωνικής μεθοδολογίας υπό την μορφή «Learning by numbers». Είναι τα αρνητικά αποτελέσματα της ύστερης νεωτερικότητας στην Ευρώπη που οδηγούν σήμερα στις μεταμοντέρνες οδύνες της ΕΕ και στο δράμα οπισθοδρόμησης της ελληνικής κοινωνίας, μέσω της απώλειας της στοιχειώδους κυριαρχίας του εθνικού-κράτους Ελλάς και ασφαλώς με την διασκέδαση της συνταγματικής τάξης και της «λαϊκής κυριαρχίας» στο τόπο μας. 

Με την έννοια αυτή η ελληνική κρίση αποτελεί ένα παγκόσμιο πείραμα, που αφορά στο πέρασμα στην μετανεωτερικότητα, μέσω της κρίσης της νεωτερικότητας στην Ευρώπη και της τάσης μετατροπής της Ελλάδας στο πρώτο μεταμοντέρνο «ευρω-προτεκτοράτο». Η κρίση αυτή μάλιστα απομονώνεται από τα γενικά πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της, όπως και τους απώτερους στόχους της για «παγκόσμια διακυβέρνηση» και συνδέεται μονοδιάστατα με την δημοσιονομική παθολογία της χώρας μας και την αδυναμία προσαρμογής της στην ζώνη του ευρώ – το οποίο εκφράζει ακριβώς την μετανεωτερικότητα στην ήπειρο μας υπό την ηγεμονία της Γερμανίας και υπό τους όρους της ολοκληρωμένης χρηματαγοράς (χρηματοπιστωτικό λόμπυ). 

Αυτό σημαίνει άραγε «μετατροπή της Ελλάδας σε ένα οιονεί γερμανικό κρατίδιο»; Σε καμία περίπτωση. Όχι μόνον δεν συμβαίνει αυτό, αλλά η Ελλάδα μέσω της κρίσης απομακρύνεται διαρκώς από την ευρωζώνη και την Γερμανία. Μετανεωτερικότητα για την Ελλάδα δεν σημαίνει παράδοση στην Γερμανική Ηγεμονία της ΕΕ, όπως φοβούνται οι περισσότεροι Έλληνες, αλλά θέσπιση της Ελλάδας ως εξωτερικού, ασθενούς κρίκου της ευρωζώνης, που δεν θα παίζει κανέναν πλέον ρόλο στις διεργασίες ολοκλήρωσης της γερμανικής ηγεμονίας, στον χώρο που καταλαμβάνει σήμερα και πιθανόν να καταλάβει σε επόμενες φάσεις η ευρωζώνη. 

Για την ακρίβεια, η Ελλάδα μέσω της συγκεκριμένης διαχείρισης της κρίσης, μεταφέρεται από την πρόσκαιρη γερμανική αγκαλιά, που σχηματίστηκε με πυρήνα το ευρώ και την θεμελίωση μια νέας γερμανικής ηγεμονίας με όρους μετανεωτερικότητας στην ήπειρό μας, στην αγκαλιά των ΗΠΑ. Ήταν οι ΗΠΑ που παρέδωσαν την Ελλάδα στην γερμανική αγκαλιά, έτσι ώστε να διευκολυνθεί μια γερμανική ηγεμονία μετά την επανένωση και την Δυτική επέκταση ανατολικά, με όχημα το χρηματιστηριακό σύστημα και οργανωτική/πολιτική δύναμη την μοναδική που θα μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο: την γερμανική κυβέρνηση. Έτσι η γερμανική κυβέρνηση μετατράπηκε σε πολιτικό φορέα του νεοφιλελευθερισμού και της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής εκδοχής της παγκοσμιοποίησης στην ΕΕ, παρότι ο γερμανικός νεοφιλελευθερισμός διαφέρει από εκείνον των ΗΠΑ, τείνοντας περισσότερο προς ένα Νεοκεϋνσιανιστικό μοντέλο! Αν και η πολιτική Ομπάμα και αυτή με νεοκεϋνσιανιστική αφήγηση δομείται στο εσωτερικό σήμερα. 

Θα μπορούσαμε να πούμε απλοϊκά ότι οι ΗΠΑ «δάνεισαν» την Ελλάδα στην Γερμανία για να κάνει την δουλειά της στο πλαίσιο της δυτικοποίησης της πρώην «Ανατολικής Ευρώπης» και εμπέδωσης της μετανεωτερικότητας με την μορφή της ΕΕ και κυρίως με την μορφή της ευρωζώνης, εξυπηρετώντας τον κοινό στόχο ΗΠΑ-Γερμανίας ως προς τον ορισμό των νέων σχέσεων εντός του σύγχρονου καπιταλισμού και της Δυτικής κυριαρχίας: Νέα Οικονομία, στρατηγικές παραγωγής έξυπνου χρήματος. Βεβαίως οι Αμερικανοί δεν είπαν στους Γερμανούς ότι τους «δανείζουν» την Ελλάδα, αλλά έδειξαν να τους την παραχωρούν, όπως ακριβώς και άλλες μικρές χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Και από εδώ αρχίζουν τα μπερδέματα και οι παρεξηγήσεις, ο ρόλος του Γιώργου Παπανδρέου, η αποχώρηση και «βουβαμάρα» Καραμανλή, όπως και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Αντώνη Σαμαρά, μέσα στον ζόφο σκανδάλων, πτώχευσης, εθνικού εξευτελισμού, κοινωνικού/λαϊκού διασυρμού, γενικής εκποίησης της δημόσιας περιουσίας και φτωχοποίησης. 

Το «πιόνι» Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε από την ουσιαστικά κυρίαρχη ομάδα στις ΗΠΑ - αυτήν του χρηματοπιστωτικού συστήματος - αποσταθεροποιητικά ως προς τη γερμανική ηγεμονία, καθώς πλέον οι Γερμανοί είχαν ισχυροποιηθεί αρκετά και είχαν αρχίσει να σχεδιάζουν αποκλειστικά σύμφωνα με το συμφέρον της δικής τους βιομηχανικής ελίτ. Τότε το χρηματοπιστωτικό λόμπυ, βιώνοντας την κρίση από το σκάσιμο της φούσκας της παγκόσμιας οικονομίας εξαιτίας της ταχύτατης υπερσυσσώρευσης των προηγούμενων χρόνων, δοκίμασε να πείσει την γερμανική κυβέρνηση να χαλαρώσει το αντιπληθωριστικό μοντέλο και να ακολουθήσει στρατηγικές μείωσης του πλεονάσματός της, έτσι ώστε να αναθερμανθεί η οικονομία και να ξεκινήσει σχεδόν αλώβητος ο νέος οικονομικός κύκλος, παρά την απώλεια επενδύσεων και την επιδείνωση του βιοτικού επίπεδου μεγάλης μερίδας εργαζομένων, όπως και την πρόκληση ανεργίας. 

Το μοντέλο «διόρθωσης» που πρότειναν οι «Αμερικανοί» στρεφόταν ασφαλώς εναντίον του στρατηγικού σχεδίου επέκτασης των Γερμανών στην Ευρώπη και προδήλως έθιγε τον μηχανισμό κερδοφορίας στην ίδια την Γερμανία και το κοινωνικό μοντέλο της που στηριζόταν σε αυτόν. Η πρόταση των ΗΠΑ για μετατροπή της ΕΕ σε ΗΠΕ με ολοκληρωμένη οικονομική διακυβέρνηση και ελεγχόμενο πληθωρισμό από μια κεντρική τράπεζα, με αντίστοιχες αρμοδιότητες με την FED, σκόνταφτε στα συμφέροντα της γερμανικής ελίτ, ενώ ικανοποιούσε απολύτως τους υπό πτώχευση τραπεζίτες και τους σοσιαλδημοκράτες που χαράσσουν τον «τέταρτο δρόμο» τους, για να υποτάξουν τις επιμέρους κοινωνίες και λαούς, όπως και τις επιμέρους εθνικές αστικές τάξεις, κάτω από το παντοδύναμο καθεστώς μιας χρηματοπιστωτικής ελίτ, που θα εμφανίζεται όμως υποκριτικά ως μια παγκόσμια αριστοκρατία του «ολοκληρωμένου, παγκοσμιοποιημένου διοικητικού πνεύματος» - ως σοφοί ρυθμιστές των οικονομικών ροών, της παραγωγής και της εργασίας, ως οι εναρμονιστές του κόσμου στο πνεύμα του κομφουκισμού σε νεοφιλελεύθερη όμως απόδοση! 

Η Ελλάδα μετατράπηκε με την αμέριστη «συμπαράσταση» / βοήθεια της ηγεσίας των σοσιαλδημοκρατών και των συντηρητικών της (αμφότεροι φορείς των ιδίων αμερικανικών συμφερόντων) από «πιόνι» των χρηματιστών σε δόρυ εκείνου του μέρους της διοίκησης των ΗΠΑ που επεδίωκε την συμμόρφωση των Γερμανών, παράλληλα με τον έλεγχο και μετριασμό του γερμανικού, μεταμοντέρνου Νεοηγεμονισμού. Έτσι ο ελληνικός λαός δίχως να το καταλάβει, μετατράπηκε σε σάντουιτς μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων στο πλαίσιο μιας λανθάνουσας, αλλά πολύ σοβαρής προστριβής, όπου και οι δυο (Αμερικανοί και Γερμανοί) προσπαθούσαν να κάνουν ό, τι περνά από το χέρι τους, ώστε αυτή να μην μετατραπεί σε ανοιχτή σύγκρουση. Φυσικά, και μόνον ως παράδειγμα να περιοριζόταν το ζήτημα, η ελληνική πολιτική στην πρόκληση της κρίσης θα έπρεπε να τιμωρηθεί από τους Γερμανούς, ώστε να έχει πολιτική έννοια η ηγεμονία τους. Και τιμωρήθηκε, με τον λαό να τσακίζεται και να πληρώνει τα σπασμένα της ηγεσίας του! 

Ασχέτως πάντως με την εξέλιξη της λανθάνουσας αυτής διένεξης (ΗΠΑ –Γερμανίας), η ζημιά για την Ελλάδα με την μορφή του πλήγματος της ταυτότητάς της, της καταστροφής της οικονομίας της, της δραματικής υποχώρησης της διεθνούς πολιτικής ισχύος της και τις τραγικές συνέπειες για τα δύο τρίτα της κοινωνίας της, έχει γίνει και δεν διορθώνεται. Η γερμανική κυβέρνηση, όπως και οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες (SPD) κρατούν πλέον αποστάσεις από την Ελλάδα. Αφού την κατέστησαν εξαίρεση στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής κρίσης και με διαδοχικά βήματα την απομόνωσαν, τώρα θα επιχειρήσουν μια θεσμική ρύθμιση που θα την βγάζει ουσιαστικά, αλλά όχι τυπικά από το «παιχνίδι», την διαπραγμάτευση δηλαδή εντός της ευρωζώνης και της ΕΕ. Με πρόσχημα ότι η Αθήνα πρέπει να συνεχίσει τη δημοσιονομική προσαρμογή για να τιθασεύσει το «τέρας του χρέους», οι Γερμανοί θα επιβάλουν μια απόλυτη καραντίνα για την Ελλάδα εντός της ΕΕ, που θα επιτρέπει την (προσωρινή) εισαγωγή ενός διπλού νομισματικού συστήματος και δραματικούς αποικιοκρατικούς όρους για την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους, οι οποίοι θα αντιφάσκουν με το διεθνές δίκαιο και τον ευρωπαϊκό νομικό πολισμό, αλλά θα «δικαιολογούνται» στο πλαίσιο του εξαιρετικού και της «σωτηρίας» της χώρας. Και όλα αυτά με όχημα την πλέον ταπεινωμένη και εξευτελισμένη πολιτική τάξη στον κόσμο και τους πλέον διαπλεκόμενους και κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες στην ΕΕ! 

Ετούτο σημαίνει: περιορισμό της ανάπτυξης των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα επ’ ωφελεία αμερικανικών, ισραηλινών, αλλά και κρίσιμων ρωσικών συμφερόντων, αλλά διατήρηση και ενίσχυση των υπαρχόντων συμφερόντων γερμανικής προέλευσης, σε συμφωνία με τις ΗΠΑ, την Γαλλία, την Κίνα και άλλους σε διεθνικό επίπεδο. Γεωπολιτικά θα ενδυναμωθεί η εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, οι οποίες θα την εντάξουν πιο άνετα και «νομιμοποιημένα» στην υποπεριοχή της Τουρκίας. Δίχως υπερβολή η εξέλιξη της κρίσης στην Ελλάδα και η περιθωριοποίηση στο μεταμοντέρνο κατασκεύασμα της Ευρώπης με παράλληλη εξασθένηση όλων όσων συνθέτουν την εθνική ισχύ ενός κράτους ρίχνει την χώρα στην αγκαλιά της Τουρκίας και τούτο δεν το λέω ούτε αρνητικά, ούτε θετικά. Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος απλώς το σημειώνω αντικειμενικά δίχως εθνικιστικές φαντασιώσεις, ή ιδεολογική προκατάληψη, για περεταίρω πολιτική διερεύνηση και διαβούλευση. 

Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για την Ελλάδα; Καταρχήν μια μικρή ή μεγαλύτερη σύγκρουση συμφερόντων με την Τουρκία, στη βάση των διεκδικήσεών της και των ενστάσεών της στο πλαίσιο εφαρμογής του διεθνούς δικαίου. Αυτό θα μπορούσε να επιφέρει περιορισμένη πολεμική σύγκρουση, αλλά όχι αναγκαστικά. Σίγουρα όμως μια μικρή ή μεγάλη στρατιωτική κινητοποίηση. Η υπόθεση θα οδηγηθεί ούτως ή άλλως σε διαιτησία που θα καταλήξει σε μια Νέα Συνθήκη για το Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή, η οποία ορίζεται σήμερα από τα ελληνοτουρκικά αντιτιθέμενα συμφέροντα. Εάν μάλιστα ο αμερικανικός παράγοντας καταφέρει και επιτύχει μια καλή συνεργασία με την Γερμανία ως προς την διευθέτηση του ελληνικού οικονομικού ζητήματος, ίσως επιτύχει και μια αναίμακτη συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ως προς το πακέτο των τουρκικών διεκδικήσεων και αιτιάσεων νομικού χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα θα βγει κουτσουρεμένη και σημαντικά αποδυναμωμένη από αυτή την περιπέτεια. Όχι εδαφικά, αλλά διοικητικά, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά. Η «συνεκμετάλλευση» στο Αιγαίο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας θα είναι ο κανόνας και η πολυδιάστατη σύγκλυση των δύο χωρών μια πτυχή που θα διαμορφώνει νέο παράδειγμα στην νέα εποχή των καπιταλιστικών σχέσεων και του Νεοηγεμονισμού. Όλα τούτα θα οδηγήσουν και σε τελική λύση το Κυπριακό, με κερδισμένη πολιτικά ασφαλώς την τουρκική πλευρά, την ώρα που οι ελληνοκύπριοι θα δίνουν μάχη για οικονομική επικράτηση, στο πλαίσιο μιας προβληματικής χαλαρής ομοσπονδίας. 

Σε κάθε περίπτωση οι νέες ελληνοτουρκικές σχέσεις και κυρίως η διαδικασία που θα ακολουθηθεί κατά το πέρασμα από την γερμανική αγκαλιά στην τουρκική, μέσω της αμερικανικής, θα κρίνουν/κρίνει τις γενικότερες εξελίξεις τόσο στα δυτικά βαλκάνια, στα οποία οι Γερμανοί έχουν πλέον τον πρώτο λόγο και οι ΗΠΑ τον τελευταίο, ενώ επανατοποθετούνται ρωσικά και τουρκικά συμφέροντα, όσο και ευρύτερα στην Μεσόγειο. Αν η Τουρκία πετύχει να ενισχύσει την Δυτική στρατηγική στον αραβικό και γενικότερα μουσουλμανικό κόσμο σε αυτήν την κρίση της νεωτερικότητάς του, θα λάβει ως «δώρο» μια ανίσχυρη, καλά συνεργάσιμη και πρόθυμη για παραχωρήσεις Ελλάδα, ταλαιπωρημένη, κοινωνικά αποκαρδιωμένη, παραγωγικά ρημαγμένη και έτοιμη για… μεγάλες μπίζνες με την γείτονα, ή τέλος πάντων με την φαντασίωση μεγάλων κερδών που δήθεν θα αποκαταστήσουν την τιμή της χώρας, τις τιμές και τους άτιμους! 

Στο σημείο αυτό αν αναρωτηθείτε «και πού βρίσκεται ο παράγοντας εργαζόμενοι/άνεργοι και η αριστερά ως κίνημα χειραφέτησης σε αυτήν την προσέγγιση» θα σας παραπέμψω σε δεκάδες προηγούμενα σημειώματά μου, τα οποία περιέγραφαν ένα κίνημα το οποίο θα πάγωνε τις «αγκαλιές» γενικώς και ό, τι αυτές συνεπάγονται στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Σημασία όμως δεν έχει πώς προσδιορίζω εγώ το κίνημα χειραφέτησης και αποκατάστασης της δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας στην Ελλάδα, αλλά πώς το ίδιο αποκτά πολιτική ταυτότητα και δυναμική παρέμβασης. Οι εκτιμήσεις μας για την εξέλιξη της κρίσης αποσκοπούν ακριβώς στον αυτοπροσδιορισμό του κινήματος με όσο γίνεται πιο αντικειμενική ανάλυση στη βάση όμως μιας υποκειμενικής οντολογίας και αφήγησης. Το τελευταίο μου αρέσει να το ορίζω ως εντιμότητα και το θεωρώ ως την μεγίστη αξία στον μεταμοντέρνο κόσμο μας, που έλκει την καταγωγή από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης της νεωτερικότητας. Ρωτώ λοιπόν καθαρά και έντιμα τον πρωθυπουργό και όλους εκείνους που επιβάλουν στον λαό αυτό το καταστρεπτικό για την κοινωνία, την αγορά και το εθνικό συμφέρον ενός ανεξάρτητου κράτους, πακέτο νέων μέτρων εσωτερικής υποτίμησης: Την παραμονή με κάποια έννοια στην ευρωζώνη την διασφαλίζουμε ούτως ή άλλως αν θέλουμε, ακόμη και χωρίς να υπερψηφιστούν τα μέτρα, διότι αν αποχωρήσουμε θα υπάρξει ντόμινο διάλυσης της ευρωζώνης. Ο κ. Σαμαράς και οι Συγκυβερνήτες του εγγυώνται απερίφραστα ότι μετά τα μέτρα δεν θα ακολουθήσει κάποιας μορφής διπλό νομισματικό; Αν πουν ψέματα σε αυτό, έχουν τότε συναίσθηση τί πρόκειται να συμβεί και ποιοι θα έχουν την απόλυτη ευθύνη; Μήπως είναι καιρός να σταματήσει αυτό το παιχνίδι με το ευρώ; Πόσο χαμηλότερα θα πέσει το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα; Υπάρχουν όρια στον εξευτελισμό τους; 

* Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.
http://www.oparlapipas.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: