Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Aποκρατικοποιήσεις & Εθνική Ασφάλεια


Σε προηγούμενη τοποθέτησή μας, είχαμε θίξει το ζήτημα των διαφαινόμενων ιδιωτικοποιήσεων των ημικρατικών οργανισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρχή Τηλεποικινωνιών, Αρχή Λιμένων, Αρχή Ηλεκτρισμού, κατά κύριο λόγο), καθώς και τα ερωτήματα που προκύπτουν και άπτονται κυρίως του τομέα της εθνικής ασφάλειας. Μετά λύπης παρατηρούμε ότι δεν έχει λάβει χώρα, δημόσια και σοβαρή συζήτηση επί του θέματος, με αποτέλεσμα να ακούγονται και να γράφονται πολλές ανακρίβειες, χωρίς να υπάρχει βασική γνώση της διασύνδεσης των ιδιωτικοποιήσεων ημικρατικών οργανισμών, με τον κλάδο της εθνικής ασφάλειας. Η παρούσα τοποθέτηση πρόκειται να παρουσιάσει συνοπτικά τη διασύνδεση ιδιωτικοποιήσεων – εθνικής ασφάλειας, τους όρους που πρέπει να τεθούν από πλευράς Δημοκρατίας, υπό το φως της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεων, καθώς επίσης και τη διαδικασία μέσω της οποίας ο κρατικός μηχανισμός οφείλει να λειτουργεί, προς εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων που θα υποβοηθούν την ιδανική ισορροπία, μεταξύ της απαιτούμενης εξυγίανσης του δημόσιου τομέα και της ικανοποίησης των ιδιαίτερα ευαίσθητων αναγκών και συμφερόντων του κράτους, στον τομέα της ασφάλειας.
 
Κατ’ αρχάς, αντιλαμβανόμαστε πλήρως το προβληματικό μοντέλο δημόσιας διοίκησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τασσόμαστε υπέρ των ριζικών αλλαγών που αποβλέπουν στην εκ βάθρων εξυγίανσή του. Δυστυχώς, συνδικαλιστικές ομάδες και πολιτικά σύνολα φαίνεται να αντιλαμβάνονται τους ημικρατικούς οργανισμούς και γενικότερα, τον κρατικό μηχανισμό, ως λάφυρο που πηγάζει από την άσκηση εξουσίας. Τα εν λόγω οργανωμένα σύνολα, με την υποστήριξη των κομμάτων – υπέρμαχων της συντήρησης του προβληματικού συστήματος, από όλο το φάσμα του πολιτικού χώρου, από δεξιά μέχρι αριστερά, μάχονται υπέρ της διατήρησης των κεκτημένων, της δημοκρατίας, δήθεν, των υπερπρονομίων και της αναξιοκρατίας. Η δημόσια διοίκηση χρειάζεται management. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι κύκλοι αντιμετωπίζουν το ζήτημα των αποκρατικοποιήσεων ως ζήτημα αμιγώς οικονομικό, ως ζήτημα αρνητικού ισολογισμού που χρήζει αντιμετώπισης.  
 
Ως αποτέλεσμα, αμφότερα τα άκρα, δεν αντιμετωπίζουν σοβαρά τη διασύνδεση ιδιωτικοποιήσεων – ασφάλειας, με τους μεν να ισχυρίζονται ανερυθρίαστα ότι θα πληγεί ανεπανόρθωτα η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και να προκύπτουν πανταχόθεν απειλές για την εθνική ασφάλεια και τους δε να επιμένουν, με περισσό θράσος, ότι η υπόδειξη των επιπτώσεων στον τομέα της ασφάλειας που ενδεχομένως να προκύψουν από τις αποκρατικοποιήσεις, συνιστά λαϊκισμό και θέληση για διατήρηση του status quo (sic). Οι φωνές της προόδου λοιπόν, ας αντλήσουν μαθήματα από ανάλογες διαδικασίες αποκρατικοποίησης νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, σε μοντέλα – πρότυπα της αλλοδαπής και θα αντιληφθούν, προς έκλπηξή τους, ότι τα ζητήματα ασφάλειας αποτελούν εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα για να τυγχάνουν διαχείρισης μόνο από λογιστές και τα οποία αποτελούν αντικείμενο σοβαρής συζήτησης, μακριά από όποιες ιδεοληψίες και αγκυλώσεις.
 
Θεωρούμε πως έπρεπε να έχει ήδη συσταθεί εξειδικευμένη δι-υπουργική, δι-υπηρεσιακή και δια-τμηματική task-force, με όρο εντολής την εξέταση των επιπτώσεων από τις ενδεχόμενες αποκρατικοποιήσεις, τη μελέτη και αποσαφήνιση των αναγκών συγκεκριμένων κλάδων και υπηρεσιών του μηχανισμού ασφάλειας της Δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη task-force θα είχε σκοπό την κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων και όρων προς ικανοποίηση, για τη διασφάλιση της αγαστής λειτουργίας, τη διατήρηση υψηλών επιχειρησιακών standards και ικανοποίηση ζητημάτων διοικητικής μέριμνας (παροχή τεχνικής βοήθειας, αναβάθμισης υφιστάμενων συστημάτων, ανεφοδιασμού), ανάμεσα στα άλλα, από το μελλοντικό ιδιοκτησιακό καθεστώς.
 
Ειδική μέριμνα πρέπει να εισαχθεί, ούτως ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ανακήρυξης των ημικρατικών οργανισμών ακόμη και μετά την ιδιωτικοποίησή τους σε υπηρεσίες ΠΣΕΑ (Πολιτικός Σχεδιασμός Έκτακτης Ανάγκης), κατά τα πρότυπα ανάλογων μοντέλων της δυτικής Ευρώπης και ΗΠΑ. Επιπρόσθετα, είναι κρίσιμης σημασίας το να υπάρχει η δυνατότητα εκ μέρους της Δημοκρατίας, να επιτάσσει τις μελλοντικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, προς κάλυψη των αναγκών του κράτους, σε περίοδο που αυτό κριθεί αναγκαίο, σε περίοδο ειρήνης, πολέμου, έκτακτης ανάγκης ή γενικευμένης κρίσης. Φυσικά, η εν λόγω task-force θα ήταν εκ των πραγμάτων ad hoc, λόγω της απαράδεκτης έλλειψης συνδετικού θεσμού που επιτρέπει την τακτική και αδιάλειπτη επικοινωνία και συνεργασία των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων, με την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία. Τέτοιας φύσης θεσμός θα ήταν το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, θεσμός ο οποίος αναμένουμε να υλοποιηθεί από την κυβέρνηση και το οποίο θα μπορούσε να φέρει εις πέρας την εν λόγω αποστολή.
 
Συμπερασματικά, είναι επιεικώς απαράδεκτο να προβαίνει ο κάθε φορέας της Δημοκρατίας, αυτόνομα, σε μελέτη για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στον κλάδο της ασφάλειας. Τέτοιας φύσης έργο θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα σε επίπεδο κεντρικό, με τη συγκρότηση ad hoc ομάδας εργασίας, στελεχωμένης από αποσπασθέν προσωπικό των διαφόρων υπηρεσιών του κράτους, για όσο διάστημα απαιτεί η εκπόνηση ολοκληρωμένου σχεδίου δράσης.
 
Τέλος, εχουμε την εντύπωση ότι η υπερβολική έμφαση που δίνεται από ορισμένους κύκλους της δημόσιας διοίκησης στις καταστροφικές επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια που θα προκύψουν από τις αποκρατικοποιήσεις, εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς και αποσκοπεί εν πολλοίς στη διατήρηση της στρεβλής εντύπωσης ότι ο δημόσιος τομέας αποτελεί λάφυρο ορισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, με αποτέλεσμα να επικρατεί η ασυδοσία και η αναξιοκρατία. Παρομοίως, η στείρα επιμονή ορισμένων σε ισολογισμούς, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι ανάγκες της ημικατεχόμενης Κυπριακής Δημοκρατίας σε θέματα ασφάλειας, αποδεικνύει έμπρακτα την έλλειψη στοιχειώδους κουλτούρας ασφάλειας και την επικράτηση της λογιστικής σκέψης, έναντι της στρατηγικής.
Νικόλας Στυλιανού

defencenews

Δεν υπάρχουν σχόλια: