Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΙ ΤΟΥ΄21 ΚΥΡΙΕ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗ ΔΕΝ “ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΑΝ” ΜΕ NON PAPER ΚΑΙ ΣΑΧΛΑΜΑΡΕΣ-ΠΗΓΑΙΝΑΝ ΣΑΝ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ “ΑΝΔΡΕΣ” ΚΑΙ “ΚΑΘΑΡΙΖΑΝ”- “ΚΙ ΑΝ ΑΡΓΗΣΩ ΔΩΣΤΟΥΣ ΚΙ ΑΥΤΟ….”

karaiskakis-alogo-700x706

Tα non paper του Καραϊσκάκη και τα draft paper του Κολοκοτρώνη
“Όταν γυρίσω θα τους γ@μήσω και αν αργήσω δώσ’ τους κι αυτό, είναι τ’ @ρχίδια μου τα δυο!” .
Οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης δε γνώριζαν από Burberry, είχαν τα δικά τους non paper και θα απαντούσαν ‘’γαλλικά’’ στον Β. Σόιμπλε όπως απαντούσαν και στην Τουρκιά
Στις ημέρες μας, λέξεις όπως Ecofin, μνημόνια, γέφυρες αλλά και τόσα άλλα έχουν εμπλουτίσει στο καθημερινό λεξιλόγιο μας, ενώ μονοπωλούν το ενδιαφέρον μας λόγω αδιεξόδου που βρέθηκε η χώρα μας να εμπλακεί σε ένα άδικο οικονομικό πόλεμο. Πέρα από τις ζωηρές συζητήσεις γύρω από την εθνική μάχη για την οικονομία στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών , στο επίκεντρο βρίσκονται οι δανειακές συμβάσεις , τα draft paper , οι διάλογοι του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του υπουργού οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη με τους εταίρους, οι ενδυματολογικές τους προτιμήσεις αλλά και τα τελεσίγραφα.
Τα υπουργεία τους, τότε…
.
Γυρίζοντας τις σελίδες της ιστορίας, σημαντικά πρόσωπα της Ελληνικής επανάστασης , οι δικοί μας ήρωες, κλέφτες και αρματολοί έδιναν τις μάχες τους όχι στα τραπέζια των υπερπολυτελών γραφείων-υπουργείων ή στις ανθοστολισμένες αίθουσες του Eurogroup αλλά στους βράχους, στους κάμπους και στα βουνά με τα σπαθιά και τα ντουφέκια τους , ενώ το βράδυ έστηναν τα λημέρια τους σε σπηλιές ανάβοντας φωτιές για να ζεσταθούν. Όταν χρειαζόταν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους δε χρησιμοποιούσαν τα tablet ούτε τα iphone, δεν έκαναν tweet για να γνωστοποιήσουν τις θέσεις τους και τις απόψεις τους, αλλά βαρούσαν κουμπουριές, έστελναν φιρμάνια και έβγαζαν τέτοιες κραυγές που αντιλαλούσαν τα Άγραφα.
Το draft paper του Κολοκοτρώνη…
Όταν αποφάσιζαν καπεταναίοι και οπλαρχηγοί να γράψουν επιστολές το έκαναν με τη βοήθεια των καλαμαράδων. Έγραφαν όπως ακριβώς μιλούσαν , δίχως συμβουλές από διπλωμάτες και κυρίως χωρίς το ‘’σεις’’ και το ‘’σας’’ ενώ ο λόγος τους ήταν απλός, λιτός και σύντομος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα γεγονός που συνέβη στο λημέρι του Κολοκοτρώνη όταν είχε αποκλειστεί. Έβαλε τον γραμματικό του να στείλει γράμμα σε μια Μονή προκειμένου οι μοναχοί να του αποστείλουν εφόδια σε τρόφιμα και κυρίως τυρί. Ο γραμματικός έγραφε και ξαναέγραφε σεντόνια σελίδων για το αίτημα του τυριού προς το Μοναστήρι και ο Κολοκοτρώνης προβληματισμένος τον παρατηρούσε. Στο τέλος σηκώθηκε όρθιος. Πιάνει νευριασμένος τα χαρτιά του αιτήματος για τη βοήθεια και τα σκίζει όλα μονομιάς. Έπειτα σπρώχνει τον γραμματικό και πιάνει το μολύβι και πάνω σε ένα σκισμένο χαρτί γράφει: «Γούμενε Τυρί – Κολοκοτρώνης».
Οι περισσότεροι Έλληνες που πήραν μέρος στην Επανάσταση ήταν άνθρωποι λαϊκής καταγωγής, στη πλειοψηφία αγράμματοι και καθόλου γνώστες των κανόνων της λεκτικής ευπρέπειας. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου και οι επαρκώς μορφωμένοι δεν έλεγχαν το τι έλεγαν αλλά και το τι έγραφαν μπροστά στη φλόγα που ένιωθαν και στο πολιτικό πάθος που τους κυρίευε παράδειγμα ο Κανέλλος Δεληγιάννης που αποκαλούσε τον Κολοκοτρώνη «σκατόβλαχο» και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον Παπαφλέσσα «εξωλέστατο».
Ο Καραϊσκάκης δε χανόταν ποτέ στη μετάφραση….
Από όλους όμως τούς αρχηγούς του ’21, ένας είχε την πιο ανεξέλεγκτη γλώσσα . Ήταν ο ορεσίβιος Γεώργιος Καραϊσκάκης, πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη. Ο γιος καλογριάς όπως τον προσφωνούσαν αρκετοί δε καταλάβαινε από πολιτικά λόγια, μόνο το σπαθί του και τα κουμπούρια του είχε στη δύναμή του. Πολιτικά ανορθόδοξος, υπερβολικά ανθρώπινος, ανεξάρτητος και πάντοτε σαρκαστικός, έβρισκε διέξοδο να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον με το χιούμορ του αλλά και τον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο του. Οι επίσημοι βιογράφοι του, Γεώργιος Γαζής και Δημήτριος Αινιάν, αλλά και ο Νικόλαος Κασομούλης που τον έζησαν από κοντά καταγράφουν ως κύριο χαρακτηριστικό του τη μεγάλη αθυροστομία του. «Γλώσσα φύσει αχαλίνωτος» αναφέρει ο Δ. Αινιάνα, που περιγράφει τον Καραϊσκάκη να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους οπλαρχηγούς λόγω της συνεχούς χρήσης βωμολοχιών και βρισιών στην ομιλία του.
Ο Γ. Καραϊσκάκης δεν γνώριζε από καλούς τρόπους όμως χαρακτηρίστηκε ο πιο ανδρείος όλων των μαχών και ήταν μια από τις πιο ηρωικές φιγούρες της Ελληνικής Επανάστασης στην Ελληνική Ιστορία. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι ήταν μελαχρινός, είχε μέτριο ανάστημα, με πρόσωπο ταλαιπωρημένο και μάτια βαθουλωτά από τη χρόνια ασθένεια του (σ.σ. φυματίωση), μύτη λεπτή και λεπτό μουστάκι αλλά το βλέμμα του έλαμπαν και πέταγε σπίθες κάτω από τα πλατιά φρύδια του. Η τσαλακωμένη φουστανέλα του , το ξεθωριασμένο πουκάμισο του, το χρωματιστό μεϊντάνι του με τα μανίκια στις πλάτες και το κιουστέκι , ο σταυρός που φοριόταν χιαστί στο στήθος, τον έκανε να ξεχωρίζει καμαρώνοντας συχνά πυκνά για το “σελάχι” του, τη ζώνη γύρω από τη μέση που έβαζε τα όπλα και μαχαίρια. Το παλτό του για το κρύο ήταν μια κάπα από τραγόμαλλο και κρατούσε το καριοφίλι σα μάγουλο γυναίκας.
Η βωμολοχία του όμως έδινε και έπαιρνε και ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.
Η Σύνοδος Κορυφής με συνομιλητή τον Καραϊσκάκη….
Όταν συνομιλούσε με ξένους, οι διερμηνείς συχνά σταματούσαν και τον κοιτούσαν αμήχανα. Όταν τα καυστικά λόγια του εξόργιζαν, είχε την ικανότητα να στρέφει την συνομιλία στο αστείο αφού όμως είχε πει αυτά που ήθελε να πει, με τον δικό του τρόπο.
Με αυτό το ακατάσχετο υβρεολόγιο ο Γεώργιος Καραϊσκάκης «έλουσε» εν έτει 1823 τον απεσταλμένο του Τούρκου στρατιωτικού αρχηγού των Τρικάλων, Σιλιχτάρ Μπόδα, όταν εκείνος πήγε να τον συναντήσει στα Άγραφα με θέμα συζήτησης τη στάση που θα τηρούσαν οι αρματολοί της περιοχής απέναντι στις σχεδιαζόμενες εκστρατείες των Τούρκων.
«Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την @ουτάνα!»
Το 1825, στην εκστρατεία της Μεσσηνίας, τσακώθηκε άγρια με τον Κουντουριώτη και του έγραψε:
«Ωρέ, Κουντουριώτη άκουγα και νόμιζα θα είναι όλο γιομάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό, όσο έχω ‘γώ σπόρο στ” @ρχί@ια μου!»
Στα χρόνια του εμφυλίου τον πέρασαν από δίκη και εκείνος αρματωμένος παρουσιάστηκε για να δικαστεί ενώ είπε:
«Γιατί μωρέ με φέρατε εδώ; Ποιο παράνομο έκανα;» Εκείνοι κίτρινοι από ντροπή σαν είδαν την περηφάνια του απάντησαν:
«Για τη γλώσσα σου θα σε δικάσουμε Καραϊσκάκη». και τότε εκείνος απάντησε:
«Φτου σας μωρέ, γιατί αν με δικάσετε για τη γλώσσα μου, εφτά ζωές να είχα, δεν θα τη γλύτωνα. Το έχω χούϊ μωρέ. Δεν είμαι όμως κακός Έλληνας εγώ».
Τότε ένας δικαστής του είπε: «Καραϊσκάκη σου είπαμε να το κόψεις αυτό το χούϊ».
Και ο Καραϊσκάκης απάντησε: «Κυρ – Πάνο είσαι περίπου 70 χρονών. Σου έχω πεί πολλές φορές να κόψεις το χούϊ που έχεις να γκαστρώνεις τις τσούπρες. Εσύ όμως δεν τόκοψες». Και συνέχισε γυρίζοντας το λόγο στους τότε πολιτικούς εκπροσώπους: «Εσείς μωρέ δεν βλέπετε τις προστυχιές που κάνετε με τους αγάδες και τους μπέηδες;»
Τα non paper του Γ.Καραισκάκη….
Να πώς απαντά ο Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Νικόλας Στορνάρης ο οποίος για την ιστορία τον έσυρε στα δικαστήρια:
«Γενναιότατε αδελφέ καπετάν Νικόλα, είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια ( ηταν τουρκικά όργανα του ιππικού) ο @ούτζος μου, έχει και τρουμπέτες (ελληνικά όργανα). Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…».
Αρχές Ιουλίου του 1821 ο Καραϊσκάκης έδωσε μάχη στο Κομπότι Άρτας με τους τούρκους του Ισμαΐλ πασά. Στη μάχη αυτή όρμησε και πολεμούσε σαν λιοντάρι με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν σε φυγή . Ο Καραϊσκάκης όμως που ήθελε να διασκεδάσει την νίκη του ανέβηκε πάνω σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει και να βρίζει κοροϊδεύοντας τους τούρκους. Στο λεπτό αποφάσισε να δείξει και την περιφρόνηση του και έτσι σήκωσε τη φουστανέλα του δείχνοντας τα γυμνά οπίσθια του στους εχθρούς. Όμως ένα τούρκος σκοπευτής του έριξε μια σφαίρα και τρύπησε τον μηρό του Έλληνα οπλαρχηγού και τον τραυμάτισε στα γεννητικά όργανα.
Η διαφθορά των πολιτικών εκείνη τη περίοδο διαμόρφωσε ένα συγκρουσιακό και αφόρητο κλίμα στο Ναύπλιο που ήταν το κέντρο των εξελίξεων και τον έκανε να ξεσπάσει κάπως έτσι:
«Άλλαξα τον αδόξαστο στο τζιογλάνι τον Μαυροκορδάτο, όταν ήρθε στο Νιόκαστρο• κι αφτουνού κι εκείνου του Κουντουριώτη που τονε μάζεψε να τον υψώσει. Σε βεβαιώνω, Κασομούλη, πως έκλαιγε ο πρόεδρος όταν έφευγα. Επειδής όμως είχε κείνον τον διάολον κοντά του, του είπα: «Δεν κάθομαι» -κι έφυγα. Δε μου ‘δωσε τους μιστούς των παλικαριών. Τον έχεσα κι αυτόν και την κουκούλα του κι ήρθα εδώ όπου είναι το Έθνος, που μ’ έσωσε και άλλοτε από τα κέφια των κερατάδων, του ενός και του άλλου. Πάω στην πατρίδα μας τη Ρούμελη κι εκεί θα φανεί ποιος θα δουλέψει. Δε μένω εδώ να με κυβερνάει το Τζογλάνι και η Κουκούλα μ’ αρχηγό το Γκεμιτζή» .

Να σημειώσουμε εδώ ότι το «τζιογλάνι», ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος , η κουκούλα και αρκετές φορές τεσσερομάτης ήταν ο Κουντουριώτης από τον Υδραίικο τον σκούφο και τα γυαλιά που φορούσε και Γκεμιτζής ήταν ο Σκούρτης.

Οι διπλωματικές επιστολές του Καραϊσκάκη…
Το 1823, έστειλε την εξής απάντηση στον Μαχμούτ Πασά: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον @ούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω»….

Όταν οι άθλιοι συνωμότες της εποχής , τον χτυπούσαν πισώπλατα….
Τον Καραϊσκάκη τον πολεμάνε και οι Έλληνες που βιάζονται να καθίσουν στη καρέκλα της εξουσίας. Ο φίλος του πολέμαρχος Πανουργιάς ανησυχεί του στέλνει το… μήνυμα και ο Καραϊσκάκης απαντάει “Όταν γυρίσω θα τους γ@μήσω και αν αργήσω δώσ’ τους κι αυτό, είναι τ’ @ρχίδια μου τα δυο!” .
Την άνοιξη του 1823, ο αρματολός Ράγκος πείθει τον Κίτσο Τζαβέλα να πατήσουν στα Άγραφα, ελπίζοντας ότι θα προκαλέσουν την οργή των Τούρκων, θέτοντας σε δυσμένεια και βάζοντας σε μπελάδες τον Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης λαμβάνει γράμμα από τον καπετάν Νικόλα Στορνάρη που του γράφει για τις προθέσεις του Ράγκου και του Τζαβέλα και αποφασίζει να στείλει ένα γράμμα στους συνωμότες ως εξής:
«Κίτσο Τζαβέλλα και λοιποί…, έμαθα το πέρασμά σας εις Ασπροπόταμον. Πού πάτε, κλέφτες, λησταί της πατρίδος και προδότες, παληοτσάρουχα; τρακόσοι άνθρωποι θα μάς φέρετε την ελευθερίαν; Ή θαρρείτε δεν ηξεύρομεν τους σκοπούς σας; Επουλήσατε την πατρίδα σας και τώρα τρέχετε εδώ να χαλνάτε τον κόσμον; Όχι. Αν είναι το Ρωμέικον να μάς το φέρετε εσείς οι διακόσιοι άνθρωποι, δεν σας θέλομεν. Έχομεν και στράτευμα και άλλες δυνάμεις, όταν μάς διορίσει το έθνος να βαρέσωμεν. Διά τούτο άμα λάβετε το γράμμα, αμέσως να φύγετε, διότι… να μη μάς κάμετε άπιστους.»
Άραγε πως θα απαντούσε αν ζούσε σήμερα ο Καραϊσκάκης, ακούγοντας όσα έχουν ειπωθεί για τους Έλληνες από τους ευρωπαίους εταίρους, ειδικά μετά το τελευταίο του Βόλφανγκ Σόιμπλε ότι λυπάται εμάς και τη χώρα μας; Πάντως η βιβλιογραφία βρίθει περιστατικών και διαλόγων του αριστοφανικού ήρωα του ’21 Καραϊσκάκη. Ο ίδιος θέλοντας να απαντήσει κάποτε σε ένα Τούρκο, μετά από ερώτηση του για το ποιοι είναι οι Έλληνες, είπε: «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί που σας χέζουν και τώρα και πάντα».
«Ο καλός καπετάνος – έλεγε- πρέπει νάχη φρονήματα πετεινού , καλωσύνη σκύλου , παληκαριά και θεωρία λιονταριού , ύπνο και περπάτημα λαγού και πονηριά γυναίκας »
Χριστίνα Αλαμάνου
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΚΕΛΕΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια: