Σενάρια εκλογών ή δημοψηφίσματος καταστρώνει το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς διαπιστώνει το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και παράλληλα πιέζεται από τη χρηματοπιστωτική ασφυξία και τα άδεια κρατικά ταμεία.
Η κυβέρνηση επιθυμεί μεν πολιτικό συμβιβασμό με τους δανειστές, που να της επιτρέπει να διατηρήσει τις κόκκινες γραμμές της, ωστόσο -δεδομένης της σκληρής στάσης των εταίρων, όπως φάνηκε με τις δηλώσεις και τα δημοσιεύματα του ξένου Τύπου την εβδομάδα που πέρασε- θεωρεί ότι θα πρέπει να προετοιμαστεί και για το ενδεχόμενο ρήξης, προκειμένου να πετύχει μία έντιμη συμφωνία.

Διαμηνύει, δε, προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν θα δεχθεί μία συμφωνία που να συνιστά διασυρμό.
Το πολιτικό στίγμα δίνουν με συνεντεύξεις τους ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Γιάννης Δραγασάκης και ο υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης κ. Παναγιώτης Λαφαζάνης.
Μιλώντας στο Βήμα της Κυριακής ο κ. Δραγασάκης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος ή εκλογών, εξηγώντας ότι «στο πίσω μέρος του μυαλού μας, αυτές είναι δυνατότητες αναζήτησης διεξόδου, εφόσον διαπιστωθεί αδιέξοδο».
Επαναλαμβάνει ότι η κυβέρνηση επιθυμεί «βιώσιμη λύση εντός ευρώ», δίνει όμως και το διαπραγματευτικό πλαίσιο της κυβέρνησης, λέγοντας ότι «δεν θα υποχωρήσουμε από τις κόκκινες γραμμές». Οι κόκκινες γραμμές είναι τα τέσσερα σημεία πολιτικής διαφωνίας που έθεσε ο πρωθυπουργός την περασμένη εβδομάδα με τη δήλωσή του στο Reuters.
Στη συνέντευξή του ο κ. Δραγασάκης θέτει και την κοινωνία προ των ευθυνών της, λέγοντας: «Η κοινωνία πρέπει να προχωρήσει από την πλευρά της σε διαδικασίες αυτοκαθορισμού και αυτογνωσίας. Το να σερνόμαστε από άλλους ως καλοί μαθητές ή να προεξοφλούμε ρήξεις είναι αδιέξοδο. Εμείς δεν μπορούμε να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε, αν φτάσουμε στον Ιούνιο χωρίς συμφωνία, όλα τα ζητήματα θα τεθούν πολύ πιο σκληρά».
Εναντίον των πιστωτών στρέφει τα πυρά του ο κ. Λαφαζάνης, ο οποίος, σε συνέντευξή του στην «Αγορά», τους κατηγορεί ότι «επιθυμούν την υποταγή και την παράδοση της Ελλάδας» και προσθέτει: «Συμφωνία δεν μπορεί να κλειστεί με τα νεοφιλελεύθερα νεοαποικιακά κέντρα, που κυριαρχούν στην ΕΕ και το ΔΝΤ, αν η Ελλάδα δεν μπορέσει να απειλήσει πραγματικά και σε βάθος τα πιο ζωτικά και θεμελιώδη οικονομικά, πολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντά τους».
Ο κ. Λαφαζάνης εκτιμά ότι η Ελλάδα ακόμη δεν γνωρίζει τη δύναμή της και ότι «αυτό είναι το κλειδί για να διεκδικήσει η χώρα μας μια ανάσα και να σταθεί στα πόδια της».
Ξεκαθαρίζει ακόμη ότι «δεν πρόκειται να υπάρξει η παραμικρή ιδιωτικοποίηση στη χώρα και ιδιαίτερα στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, στις στρατηγικές επιχειρήσεις και στις στρατηγικές υποδομές και στα δίκτυά της».
Υποστηρίζει ότι «αρκετοί από τους λεγόμενους εταίρους και σίγουρα κάποια κέντρα του ΔΝΤ θα ήθελαν είτε να διασύρουν και να εξευτελίσουν την κυβέρνησή μας, εκβιάζοντάς την να εφαρμόσει μέτρα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, είτε να τη σπρώξουν στην κατάρρευση και την πτώση. Δεν θα πετύχουν τίποτα από τα δύο, καθώς η κυβέρνηση δεν πρόκειται να προδώσει τη λαϊκή εντολή».
Ο κ. Λαφαζάνης στρέφει τα πυρά του και εναντίον των αντιπάλων της κυβέρνησης στο εσωτερικό της χώρας, υποστηρίζοντας ότι «στη χώρα λειτουργεί μια κανονική Πέμπτη Φάλαγγα από ολιγάρχες, από διαπλεκόμενα μίντια και εγχώριους πολιτικούς υπαλλήλους που αποτελούν το μακρύ χέρι των ξένων κέντρων της νεοφιλελεύθερης νεοαποικιοκρατίας, η οποία δεν κάνει τίποτα άλλο από το να τρομοκρατεί τον ελληνικό λαό με τον μπαμπούλα του εθνικού νομίσματος και της πτώχευσης, μόνο και μόνο για να καλλιεργεί τη μοιρολατρία, την υποταγή και τον ραγιαδισμό».
Πάντως, ο κ. Λαφαζάνης ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα μη πληρωμής μισθών και συντάξεων, ενώ απορρίπτει το ενδεχόμενο μιας οικουμενικής κυβέρνησης.
Ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος αφήνει και ο αντιπρόεδρος της Βουλής Αλέξης Μητρόπουλος, τονίζοντας ότι «το ερώτημα θα είναι τα σημεία και το περιεχόμενο της συμφωνίας στην οποία θα καταλήξει η κυβέρνηση της Αριστεράς με τους δανειστές.
Δεν θα είναι δημοσιονομικό ερώτημα, βεβαίως δεν πρέπει να είναι έξοδος από το ευρώ, διότι το χρέος πρέπει να λυθεί μέσα, άρα τα επιμέρους σημεία όποιας συμφωνίας για την οποία μάχεται σθεναρά σήμερα το οικονομικό επιτελείο».