Το Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα Παιδικής Προστασίας, ένα ίδρυμα με ιστορία μεγαλύτερη των 110 χρόνων, άμεσα συνυφασμένη με την ιστορία της Ελλάδας, περιμένει εδώ και 16 χρόνια την αποκατάσταση του σεισμόπληκτου κεντρικού κτιρίου του.
Μέχρι τότε παιδιά και υπηρεσίες φιλοξενούνται σε ένα καταυλισμό από προκατασκευασμένες μονάδες. Το -χαρακτηρισμένο ως μνημείο- εντυπωσιακό δίπατο κτίριο-στολίδι της περιοχής, των 5.000 τετραγωνικών μέτρων με την εσωτερική αυλή και με ύψος δωματίων που φτάνει τα επτά μέτρα, στο σεισμό του 1999 υπέστη σημαντικές ζημιές, κρίθηκε ακατάλληλο και εκκενώθηκε.
Από τότε μέχρι σήμερα, τα παιδιά και οι υπηρεσίες φιλοξενούνται σε προκατασκευασμένα κτίρια μέσα στο οικόπεδο του Χατζηκυριάκειου και το κτίριο περιμένει την επισκευή του. «Έπειτα από πολλές δυσκολίες, η αποκατάσταση εντάχθηκε μέσω ΕΣΠΑ στο κονδύλι των κοινωνικών υπηρεσιών. Τελικά τον Μάρτιο του 2015 ξεκίνησαν οι εργασίες, αλλά λίγους μήνες αργότερα σταμάτησαν, αφού η Περιφέρεια δεν είχε να πληρώσει, καθότι αυτή εκτελεί το έργο και εμείς επιβλέπουμε», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Μιχάλης Στρουμπούλης, πρόεδρος του Ιδρύματος. Δεν είναι η πρώτη φορά που το τεράστιο κτίριο του Ιδρύματος δεν μπορεί να φιλοξενήσει τα κορίτσια του Χατζηκυριάκειου.
Κατά τη διάρκεια της «ζωής» του τον 20ό αιώνα το κτίριο επιτάχθηκε για διάφορους λόγους και τα κορίτσια κάθε φορά μεταφέρονταν σε άλλα κτίρια. Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, το 1913, χρησίμευσε ως νοσοκομείο για τους τραυματίες, το 1922 σε Κέντρο Περίθαλψης Προσφύγων από τη Μικρά Ασία, το 1940 σε Υγειονομική Υπηρεσία του Στρατού, το 1941 επιτάσσεται από τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής, το 1945 από τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, μετά λειτουργεί ως κέντρο παλιννοστούντων προσφύγων της ΟΥΝΡΑ έως το 1952 οπότε ξαναγυρίζει το κτίριο στο Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα. Τελικά το 1959, τα 90 τότε υπότροφα κορίτσια επιστρέφουν, ύστερα από την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης από τις ζημιές της επίταξης. Ωστόσο, ο μεγάλος σεισμός του Σεπτέμβρη του 1999 βγάζει ξανά τα παιδιά και το προσωπικό από το εμβληματικό κτίριό τους. Δεν είναι όμως μόνο το κτίριο «πονοκέφαλος» για τη διοίκηση του Ιδρύματος.
Η συνεχής επιβολή φόρων οδηγεί το Ίδρυμα σε περικοπές τρεχόντων εξόδων για την υποστήριξη των 100 κοριτσιών που ζουν στο Χατζηκυριάκειο. Η λειτουργία του Ιδρύματος βασίζεται στα μισθώματα ακινήτων-κληροδοτημάτων και σε δωρεές, είτε χρηματικές, είτε υλικές. Όντας μη κερδοσκοπικό, παλαιότερα ήταν απαλλαγμένο από τη φορολογία. Με τα μνημόνια όμως, εξηγεί ο κ. Στρουμπούλης, επιβαρύνθηκε με ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ και φόρο εισοδήματος. «Τα καταφέρνουμε, προς το παρόν και δεν έχουμε ελλείμματα, αλλά έπρεπε να περικόψουμε σε τρέχοντα έξοδα. Είναι εντυπωσιακό, όμως, πως κάθε μέρα κάποιος θα εμφανιστεί και θα κάνει κάποια δωρεά, από 10 ως 1.000 ευρώ. Επίσης τα ακίνητα, εκτός του ότι λόγω κρίσης παραμένουν ανοίκιαστα, χρειάζονται συνέχεια επισκευές, ενώ πολλά είναι παλιά και διατηρητέα. Συχνά αναλογίζομαι αυτό το δίπολο όπου βρισκόμαστε: από τη μια να προστατεύουμε τα παιδιά, που είναι και η αποστολή μας, από την άλλη να έχουμε παγιδευτεί στην αρχιτεκτονική και την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα κτίρια μάς τρώνε άπειρο χρόνο», αναστενάζει ο κ. Στρουμπούλης. Μια ζωντανή ιστορία Το Χατζηκυριάκειο, άλλοι το ξέρουν ως περιοχή του Πειραιά, άλλοι το έχουν ακουστά από το ρεμπέτικο του 1938 του Δ. Γκόγκου, του γνωστού «Μπαγιαντέρα», ο οποίος υπήρξε ο ίδιος γέννημα θρέμμα της γειτονιάς αυτής.
Η περιοχή πήρε το όνομά της από το Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα που λειτουργεί εκεί πάνω από 110 χρόνια. Η ιστορία του Ιδρύματος ακολουθεί την ιστορία της Ελλάδας. Εκτός από τη συχνή επίταξη του κτιρίου σε καιρό πολέμου, μέσα από τα αρχεία του Ιδρύματος αναδεικνύονται και οι διαφορές τρόπου διαβίωσης και συμπεριφοράς στην πορεία των χρόνων. Το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο, σήμερα Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα Παιδικής Προστασίας, στον Πειραιά, ιδρύθηκε το 1889 από τον Ιωάννη Χατζηκυριακό και τη σύζυγό του Μαριγώ με σκοπό την περίθαλψη ορφανών και άπορων κοριτσιών. Εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 1903 όταν φιλοξένησε το πρώτο κοριτσάκι, την Βιργινία Βουρβουμάκη. Το Ίδρυμα ξεκίνησε με το έργο της περίθαλψης «ορφανών κορασίων». Βάσει καταστατικού απευθύνεται μόνο σε κορίτσια από 6 ως 18 ετών, δυσλειτουργικών οικογενειών, ομογενών, προσφυγόπουλων, πιο πρόσφατα οικονομικών μεταναστών, παρακολουθώντας έτσι τις αλλαγές και την εξέλιξη των κοινωνικών αναγκών του περασμένου αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Ενδιαφέρον προκαλούν οι αναφορές των παλαιότερων χρόνων για τον τρόπο διαβίωσης των παιδιών. Τα παλιά χρόνια το ορφανοτροφείο ήταν μια κλειστή δομή, όπου τα παιδιά επισκέπτονταν τις οικογένειές τους δυο ή τρεις φορές το χρόνο. Μαρτυρίες τροφίμων της δεκαετίας του ’30 εξιστορούν πως «η αυστηρότητα ήταν άνευ προηγουμένου και οι ποινές, σε περιπτώσεις παρεκτροπής [ήταν] από απλές έως πολύ σκληρές, ακόμα και για την εποχή εκείνη». Αλλά και οι συναλλαγές που αποκαλύπτουν τα αρχεία του Ιδρύματος, μας δείχνουν έναν άλλο τρόπο ζωής: Όταν αγοράζονταν παπούτσια για τα κορίτσια, η καταβλητέα αξία στον προμηθευτή δεν γινόταν με άθροιση των αγοραζόμενων μοντέλων, όπως σήμερα, αλλά με το άθροισμα των συνολικών πόντων μήκους όλων των ζευγαριών υποδημάτων «σκαρπινιών εξ αδιαβρόχου προς 1.100 δραχμάς ο πόντος». Διαβάζουμε, επίσης, πως το 1936 το διοικητικό συμβούλιο του Ιδρύματος προσέλαβε για τη διδασκαλία των κοριτσιών «δασκάλα φωνητικής μουσικής, δασκάλα γραμμάτων και δασκάλα ασπρορούχων».
Συχνά, οι οικότροφες, ακολουθώντας τις ανάγκες της εποχής, χρησιμοποιούνταν σε διάφορες δραστηριότητες, όπως, για παράδειγμα, το 1912, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, οπότε έραβαν μαζί με τις κόρες εύπορων οικογενειών μέσα στο Χατζηκυριάκειο εσώρουχα για το στρατό. Σήμερα, και η εκπαίδευση και η αντιμετώπιση της προσωπικότητας κάθε παιδιού έχει αλλάξει. Τις τελευταίες δεκαετίες οι επιτυχίες των αποφοίτων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι πάνω από 90%. Δημοτικό πηγαίνουν στο 56ο σχολείο Πειραιά, που στεγάζεται μέσα στο κτήμα του Ιδρύματος και αυτό βοηθάει στην αποστιγματοποίηση, καθώς αναμειγνύονται με τα παιδιά της γειτονιάς, αναφέρει η κ. Εύα Καλυμνιού, υπεύθυνη της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Ιδρύματος. Γυμνάσιο-λύκειο πηγαίνουν στα δημόσια σχολεία της περιοχής. Επίσης, συμπληρώνει ο κ. Στρουμπούλης, ενώ στο παρελθόν οι απόφοιτες απέκρυπταν το γεγονός πως μεγάλωσαν εδώ, «τώρα μας επισκέπτονται κάθε χρόνο και διοργανώνουν συναντήσεις με άλλες αποφοίτους. Πέρυσι ήρθαν μεγάλες γυναίκες με τα εγγόνια τους και δήλωσαν πως θέλουν να ιδρύσουν σύλλογο», προσθέτει. «Σαφώς υπάρχουν προβλήματα, όπως σε κάθε οικογένεια με εφήβους. Όμως τα παιδιά είναι ελεύθερα, κάθε μέρα είναι έξω, έχουν φίλους, δραστηριότητες έξω από το Ίδρυμα και διατηρούν επαφή με την οικογένειά τους», τονίζει ο κ. Στρουμπούλης. «Τα παιδιά πάντα φτιάχνουν ένα πάρα πολύ ωραίο κλίμα. Ακόμα και όταν μαλώνουν.
Η καθημερινότητα είναι μοναδική, καμιά μέρα δεν είναι ίδια», υπογραμμίζει η κ. Καλυμνιού. Στο Ίδρυμα φιλοξενούνται σήμερα 100 κορίτσια, ενώ υποστηρίζονται άλλα 30, τα οποία βρίσκονται στο στάδιο της «ημι-αυτόνομης διαβίωσης» (πρόκειται για κορίτσια που προχώρησαν σε σπουδές ή εργασία). Σκοπός του Ιδρύματος είναι από την αρχή η παροχή ολοκληρωμένης εκπαίδευσης και εφοδίων ζωής για τα κορίτσια, να φεύγουν δηλ. με μια ειδικότητα, ένα επάγγελμα στα χέρια, και φτάνει μέχρι και την προικοδότησή τους όταν παντρευτούν. «Αν τα κορίτσια περάσουν σε σχολή της επαρχίας, τους νοικιάζουμε σπίτι, χρηματοδοτούμε μεταπτυχιακά στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το καλοκαίρι πηγαίνουν διακοπές, κάνουν μαθήματα μουσικής, φωτογραφίας, θεάτρου, φροντιστηριακά και άλλα», περιγράφει ο κ. Στρουμπούλης. «Το Ίδρυμα είναι κάτι σαν γονιός, δεν αποκόπτεται ποτέ. Από την άλλη, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματική οικογένεια, για αυτό και ενθαρρύνουμε τις σχέσεις με τα υπάρχοντα μέλη της οικογένειας, οπότε τα κορίτσια κάθε Σαββατοκύριακο επισκέπτονται και μένουν με τις οικογένειές τους».
«Διαφέρουμε λίγο από τα υπόλοιπα Ιδρύματα, γιατί επιδιώκουμε να μην παίρνουμε την κηδεμονία των παιδιών», μάς πληροφορεί η κ. Καλυμνιού. «Η ομάδα μας δουλεύει κοινωνικά και ψυχικά με τα υπάρχοντα μέλη του σπιτιού, με σκοπό να μην αποκόπτεται το παιδί από την οικογένεια. Πάντα υπάρχει κάποιο μέλος της οικογένειας (γονιός, θείος, παππούς κ.λπ.) το οποίο ενισχύεται να έχει παρουσία στη ζωή του παιδιού».
crashonline.gr