Ουσιαστικά η οικονομία μπαίνει σε κρατικούς περιορισμούς και ρυθμίσεις που στρεβλώνουν τις όποιες ισορροπίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στις αγορές.
του Ηλία Καραβόλια

Η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία της χώρας που μαζικά οι πολίτες ανέβαλλαν νομίμως τις οφειλές τους σε τράπεζες/κράτος/αγορά, ήταν όταν επιβλήθηκαν τα capital controls. Ειδικά οι πρώτες εβδομάδες,με το ημερήσιο όρο αναλήψεων στα 60 ευρώ, καθήλωσαν το άγχος πληρωμών και οφειλής στο συλλογικό υποσυνείδητο. «Δεν εισπράττω, δεν πληρώνω» ήταν και είναι το καθημερινό αυτονόητο για όλους (έχοντες και μη).
Δυστυχώς, σε εποχές σπανιότητας στη ρευστότητα και μείωσης της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος, θρέφεται και η υποτιμητική κερδοσκοπία. Τα δε δίκτυα συναλλαγών μετατρέπονται σε δίκτυα ανταλλαγής μελλοντικής πίστης, και το πιστωτικό σύστημα αξιοποιεί στο έπακρο την έλλειψη εμπιστοσύνης στην αγορά,εισάγοντας δελτίο κυκλοφορίας στα μετρητά. Ουσιαστικά η οικονομία μπαίνει σε κρατικούς περιορισμούς και ρυθμίσεις που στρεβλώνουν τις όποιες ισορροπίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στις αγορές.
Η Ελλάδα δείχνει να εθίζεται, ως κοινωνία/οικονομία, στους ρυθμούς της περιορισμένης συναλλακτικής δραστηριότητας. Το μείζον ερώτημα -για τους υποψήφιους δεξιούς και αριστερούς διαχειριστές της εξουσίας και της έξωθεν επιβαλλόμενης οικονομικής πολιτικής- θα έπρεπε να είναι πώς να αποφευχθεί άμεσα η μετάδοση της επιβράδυνσης των συναλλαγών στην παραγωγή. Διότι η κατανάλωση στην χώρα τονώθηκε (!), ως αντίκτυπο της μαζικής νεοελληνικής ψυχολογίας για δαπάνη απόκτησης εισαγόμενων αγαθών και ως αντίβαρο πιθανής απαξίωσης χρήματος/αγαθών/υπηρεσιών.
Όταν έπεσαν οι Δίδυμοι Πύργοι, ο πρόεδρος Μπους προέτρεπε δημόσια τους πολίτες των ΗΠΑ να συνεχίσουν να ψωνίζουν («Η Αγορά μόνο ξορκίζει το Κακό») Στην Ελλάδα δεν χρειαζόμαστε τέτοιες προτροπές. Είναι στα γονίδια μας η συνύπαρξη του ένστικτου αυτοσυντήρησης με το ένστικτο του κέρδους (» ας πάρω σήμερα αυτό που αύριο μπορεί να κοστίζει ακριβότερα λόγω νομισματικής ή άλλης απαξίωσης»).
Οι εκλογές πάλι θα λειτουργήσουν ως ταμείο εξόφλησης -με την πιο ακριβή «πιστωτική» κάρτα του πολίτη (ψήφος)- της δημοκρατικής του επιθυμίας για ευημερία. Επιλέγουμε αυτούς που θα σταματήσουν να μας υποβάλλουν στην βάσανο της αναβολής επιθυμιών και ωφέλειας έναντι μιας απροσδιόριστης μελλοντικής ευμάρειας.Και δικαίως αγανακτούμε στην συνεχή απαξίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και περιουσίας,τιμωρώντας μέσα στο παραβάν όσους δεν υπόσχονται. Το δε κόστος επιλογής ψηφοδελτίου ανεπάγγελτων ή άπειρων (αλλά έμπειρων στην επαναστατική ρητορεία της εφόδου στα όποια ανάκτορα) δεν μας αφορά, καθότι οι υπόλοιποι «επαγγελματίες» έμπειροι πολιτικοί του παλιού κατεστημένου μας έχουν ήδη υφαρπάξει ψήφο και ιδρώτα, χρεώνοντας μας συλλογικά και ατομικά.
Οι κάλπες δεν βγάζουν ουσιαστικά κυβερνήσεις, αλλά εισπράκτορες μόχθου. Εξ” ου και επιλέγουμε όποιους μας ιδρώνουν λιγότερο, τέτοιες εποχές λιτότητας και μιζέριας.Δεν μας ενδιαφέρει το χειρότερο γιατί ποτέ δεν είδαμε το καλύτερο να έρχεται. Αν τύχει όμως και έλθει το χειρότερο, επικαλούμαστε τον μεγαλύτερο… οικονομολόγο μας (» Ο Θεός της Ελλάδας,που είναι μεγάλος»).
europeanbusiness.gr