Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

ΑΛΥΤΡΩΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ: ΠΡΟΥΣΑ


         Η αρχαία Προύσα ιδρύθηκε στη νότια πλαγιά του βουνού Ολυμπος, από τον βασιλιά της Βιθυνίας, Προυσία Α΄ (236 - 180 π.Χ.). Τελευταίος βασιλιάς της Προύσας ήταν ο απόγονος του Προυσία, Νικομήδης ο Γ’, ο Φιλοπάτωρ, ο οποίος, αν και νικήθηκε το 88 π.Χ. από τον Μιθριδάτη, την επανέκτησε με τη βοήθεια των Ρωμαίων το 74 π.Χ. 

        Την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής της, η Προύσα ευεργετήθηκε, διότι διέθετε δική της βουλή, και, όπως έλεγε ο γεωγράφος Στράβων, ήταν πόλη ευνομούμενη. Αυτό το χρωστούσε σε ένα δικό της παιδί, τον Δίωνα τον Χρυσόστομο ή Κοκκειανό, ο οποίος συνδεόταν φιλικά με τον αυτοκράτορα.Την εποχή που ζούσε ο Δίων, η Προύσα ήταν καθαρά ελληνική πόλη, διότι οι Έλληνες, που είχαν έρθει από τα παράλια, εξελλήνισαν τελείως τις βαρβαρικές φυλές, οι οποίες κατοικούσαν στη Βιθυνία από την εποχή του Ξενοφώντα. Σπουδαία ήταν τα λουτρά της, που την κατέστησαν λαμπρή λουτρόπολη και τόπο αναψυχής για τους Ρωμαίους κατακτητές.

         Με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Προύσα έχασε την αίγλη της. Την ξεπέρασαν πόλεις, όπως η Νίκαια και η Νικομήδεια, οι οποίες είχαν γίνει κέντρα της χριστιανικής λατρείας. Πολιτικά ανήκε στην 31η Επαρχία Βιθυνίας και εκκλησιαστικά στην Μητρόπολη Νικομήδειας. Μετά την εξάπλωση του Χριστιανισμού, η Προύσα έγινε το 1087 έδρα επισκοπικού θρόνου με το όνομα “Θεουπόλεως” και αργότερα “Προύσας”. Η εκκλησιαστική επαρχία Προύσας, 13η κατά την τάξη, σύμφωνα με το Συνταγμάτιο του Οικουμενικού Θρόνου, περιελάμβανε 13 κωμοπόλεις και χωριά, από τα οποία τα σπουδαιότερα ήταν η Τρίγλια, η Σιγή, το Παλλαδάρι, οι Ελιγμοί και τα Μουδανιά.
        Εν τω μεταξύ, είχε εξελιχθεί σε έναν εξαίρετο τόπο αναψυχής και την επισκέπτονταν συχνά πολλοί Βυζαντινοί αυτοκράτορες, ενώ ο Όλυμπος είχε γεμίσει με μοναστήρια απ’ όπου πέρασαν πολλοί άγιοι της θρησκείας μας, αφήνοντας την ευλογία τους.

            Όπως όλες οι πόλεις της Μικράς Ασίας, έτσι ήρθε και η σειρά της Προύσας να δεχθεί τις επιθέσεις των Οσμανίδων Τούρκων. Τα φρούρια, που ήταν κτισμένα γύρω στην περιοχή, για να προστατεύουν την Προύσα, όπως της Κίτας, των Κουβουκλίων, το Λοπάδι, το Καστράδι, το Καρογλάνη, και να την ανεφοδιάζουν με τρόφιμα, άρχισαν σιγά / σιγά να πέφτουν στα χέρια των Τούρκων. Επί Ανδρόνικου Β’, στις 6 Απριλίου του 1326, η ιστορική πόλη της Βιθυνίας έπεσε στα χέρια του γιου του Οσμάν, του Ορχάν, ο οποίος την κατέστησε πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους. Οι φήμες έλεγαν ότι η μάνα του Ορχάν ήταν χριστιανή και έχτισε κοντά στην Προύσα ένα μοναστήρι, που το ονόμασαν Ορχάνιε. Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένα τεράστιο καμπαναριό και, όταν χτυπούσε κάθε Παρασκευή, ερχόταν εδώ ο Ορχάν, για προσευχηθεί.
          Όταν κατακτήθηκε η Κωνσταντινούπολη, η Προύσα έπαψε να είναι η πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους, διατήρησε όμως τον ιερό της χαρακτήρα, εξαιτίας των μεγαλοπρεπών τεμένων και μαυσωλείων πολλών ηγεμόνων και μαχητών.

          Οι Ελληνες, μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους (1326), αποτελούσαν αξιόλογη κοινότητα και στο τέλος του 16ου αιώνα υπολογίζονταν, σύμφωνα με έγγραφα, γύρω στις δυο χιλιάδες. Το 1576 η ορθόδοξη ελληνική κοινότητα αναφέρεται από το Γερμανό πάστορα Γκέρλαχ, που πέρασε από την Προύσσα, και το 1701, κατά τον περιηγητή Τουρνεφόρ, υπήρχαν στην πόλη τριακόσιες ελληνικές οικογένειες. Στις αρχές του 20ου αιώνα ζούσαν στην Προύσα 5.000 Ορθόδοξοι χριστιανοί. Η Προύσα είχε τρεις ελληνικές συνοικίες, του Μπαλούκ Παζάρ, του Καγιά Μπασί και του Ντεμίρ Καπού.
          Ως το 1642 σωζόταν μόνο μια ορθόδοξη εκκλησία, οι Αγιοι Απόστολοι, που βρισκόταν στη συνοικία του Καγιά Μπασί, κάτω ακριβώς από τα τείχη της ακρόπολης. Αργότερα αναφέρονται τρεις ακόμα:
• των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, η οποία βρισκόταν στη συνοικία Ντεμίρ Καπού και είχε κτιστεί στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ορχάν. Ο πρώτος αυτός ναός ανακαινίστηκε το 1835, επί αρχιερατείας του Άνθιμου Κουταλιανού, και, σύμφωνα με την Παράδοση, Τούρκοι και Έλληνες έφερναν εδώ ψυχικά αρρώστους, για να θεραπευτούν. Μέρος του ναού αυτού σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί αποθήκη του τουρκικού στρατού.
• στη συνοικία Μπαλούκ Παζάρ ήταν ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος είχε κτιστεί το 1705, επί αρχιερατείας του Προύσας Κυρίλλου.
Ο ναός αυτός είχε κτιστεί στα ερείπια ενός ναού αφιερωμένου στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και υπέστη πολλές καταστροφές από πυρκαγιές και σεισμούς.
• Και της Παναγιάς Προυσιώτισσας, όπου βρισκόταν η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς, που αρχαία παράδοση τη θέλει έργο του ευαγγελιστή Λουκά. Αυτή η Ευλογημένη, Ιερή Εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν μέχρι το 829 μ.Χ. στην περίφημη εκκλησία  της Προύσσας και έκανε πολλά θαύματα. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στο Βυζάντιο ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος ο οποίος έβγαλε διαταγή να καταστραφούν και να καούν όλες οι εικόνες. Τότε κάποιος γόνος πλούσιας ελληνικής οικογένειας με τους υπηρέτες του πήρε την Ιερή εικόνα για να την φέρει στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα. Κατά την διαδρομή του προς την Ελλάδα, άγνωστο πως -μόνο ο Παντογνώστης Θεός γνωρίζει- ο νέος έχασε την εικόναΣτο μεταξύ, όμως, η εικόνα, με τρόπο  θαυματυργικό, ήρθε και εγκαταστάθηκε στη σπηλιά της Eυρυτανίας, εκεί όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, στην περίφημη μονή Προυσσού.
       Ξεχωριστή ακμή είχε η Προύσα στον 18ο και 19ο αιώνα. Η Προύσα αποτελούσε ξεχωριστό εμπορικό κέντρο μεταξιού και μπαχαρικών. Σημαντικό μέρος του εμπορίου βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Εβραίων (οι Ελληνες ήταν 5.500, οι Αρμένιοι 7.500 και οι Εβραίοι 3.000). Οι κάτοικοι της Προύσας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την αμπελουργία και τη σηροτροφία. Φημισμένα ήταν τα κρασιά της Προύσας, που συναγωνίζονταν τα γαλλικά, όπως και τα μεταξωτά της, που την έκαναν γνωστή σε όλον τον κόσμο.
         Στα 52 εργοστάσια παραγωγής μεταξιού, που τα περισσότερα ήταν ελληνικά, εργάζονταν πολλές ελληνοπούλες από την Προύσα και τα γύρω χωριά. Η εμπορική διακίνηση της πόλης γινόταν μέσω του λιμανιού των Μουδανιών, με τα οποία η Προύσα συνδεόταν σιδηροδρομικώς.
         Αξιόλογη ήταν και η ελληνική παιδεία. Το 1804 λειτουργούσε η Σχολή της Προύσας, απ' όπου αποφοίτησαν οι λόγιοι Νικόλας Κριτίας και Χρύσανθος Καμαράσης. Το 1874 η «Γενική Φιλανθρωπική Εταιρεία Βιθυνίας» ίδρυσε την «Κεντρική Σχολή» (μέσης εκπαίδευσης) κι από το 1903 ως τη Μικρασιατική Καταστροφή λειτούργησαν τα «Ευγενίδεια Εκπαιδευτήρια», πνευματικός φάρος της περιοχής.
         Το 1912 στο βιλαέτι (διοικητική περιφέρεια) της Προύσας ζούσαν 280.000 Ελληνες. H κατάσταση για τους Έλληνες είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, κυρίως μετά την παραχώρηση προνομίων από την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, με το διάταγμα του Ηatt-i Ηumayun το 1856, που εξασφάλιζε ισότητα μεταξύ των υπηκόων της. Ο ελληνισμός προοδεύει, αποκτά υψηλό μορφωτικό επίπεδο και καταλαμβάνει επίλεκτες θέσεις στο εμπόριο. Μετά όμως το 1912 αρχίζει πλέον, η στρατηγική εκκαθάρισης του ελληνικού στοιχείου, με πρώτο κρούσμα στη Φώκαια το 1912. Ο Κεμάλ οργάνωσε συστηματική εκκαθάριση των Ελλήνων ξεκινώντας από τον Εύξεινο Πόντο. Οι Τούρκοι, μαζί με τους Γερμανούς τοποθετούσαν τους Έλληνες σε τάγματα εργασίας (ή αλλιώς στρατόπεδα συγκέντρωσης με άλλα λόγια), που ουσιαστικά τους εξόριζαν σε αναγκαστική εργασία στην έρημο, με σκοπό βέβαια το θάνατό τους. Φυσικά ο Κεμάλ επιπλέον σκότωνε εν ψυχρώ μαζί με τον άτακτο τουρκικό στρατό (τους Τσέτες) όλους τους Έλληνες και Αρμένιους της Μικράς Ασίας.
      Εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας σύμφωνα με τις εκθέσεις που συγκέντρωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως το 1919, τουλάχιστον 774.235 -- πιθανώς όμως περισσότερα -- άτομα. Από αυτούς ένα μικρό ποσοστό μόνον, ανεξακρίβωτο μέχρι σήμερα, επέζησε. Απελάθηκαν η κατέφυγαν στην Ελλάδα γύρω στις 400.000 άτομα, πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή.

           Στις (24 Ιουνίου - 10 Αυγούστου) η Προύσα καταλαμβάνεται από τον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες κάτοικοι γιόρτασαν την κατάληψη της πόλης με λαμπαδοδρομίες, εκτός δε αυτού οκτώ ηλικίες στρατεύσιμων Ελλήνων, παρότι ήτανΟθωμανοί υπήκοοι, προσχώρησαν στις τάξεις του ελληνικού στρατού και πολέμησαν εναντίον του Κεμάλ.
           Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, οι Ελληνες της Προύσας κατέφυγαν στα Μουδανιά και στην Κίο, κι από κει στην Ελλάδα. Σε κάποια γειτονιά της Προύσας υπάρχουνε ακόμα μερικά ελληνικά σπίτια και το «μαυσωλείο» του Καραγκιόζη. Γραφικά σοκάκια με πανέμορφα καλοδιατηρημένα Ελληνικά σπίτια με νεοκλασική αρχιτεκτονική. Εκεί όλα φέρνουν τη σφραγίδα του αλησμόνητου. Σε πείσμα του χρόνου και της λήθης, τα ίχνη, τα χρώματα και τ’ αρώματα τα Ελληνικά ανιχνεύονται ακόμα στις γειτονιές.
         Σήμερα η  Προύσα είναι μεγάλο βιομηχανικό κέντρο της ΒΔ. Τουρκίας με περίπου 320.000 κατ. Είναι χτισμένη στους πρόποδες του Ολύμπου της Βιθυνίας και έχει για επίνειο τα Μουδανιά στην Προποντίδα. Το τοπίο της μοιάζει με το Πήλιο. Τα πλούσια νερά που κατεβαίνουν απ' τον Όλυμπο και οι άφθονες βροχές που πέφτουν, κάνουν την περιοχή της Προύσας απ' τις πιο εύφορες. Έχει πλούσια βλάστηση και παράγονται σιτηρά, λάδι και φρούτα. Η Προύσα όμως φημίζεται κυρίως για το μετάξι της και τ' αραχνοΰφαντα της μεταξωτά υφάσματα. Επίσης φτιάχνονται και ωραίες βαμβακερές πετσέτες.
        
Στο κέντρο της πόλης βρίσκεται χτισμένη η ακρόπολη (Χισσάρ), όλη τριγυρισμένη από βυζαντινά τείχη. Η ακρόπολη διαιρεί την Προύσα σε δύο μέρη: το ανατολικό και το δυτικό. Στο ανατολικό βρίσκεται η παλιά πόλη, με τα τζαμιά, τα δημόσια ιδρύματα και τα ξενοδοχεία. Στο δυτικό βρίσκονται κυρίως τα προάστια. Επειδή η Προύσα ήταν πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους για πολλά χρόνια, έχει στολιστεί με ωραία κτίρια και θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεμένη κλπ.). Εκεί βρίσκονται και τάφοι πολλών σπουδαίων Τούρκων (σουλτάνων, βεζύρηδων κλπ.).

http://users.sch.gr/deshourmou/KIDIA/prousa.htm
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...