Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Η έξοδος του Μεσολογγίου


Πέμπτη 14 Απριλίου 2011
Βασίλης Φουρτούνης: δάσκαλος, αναπληρωματικός Αιρετός ΑΠΥΣΠΕ Αττικής, Αντιπρόεδρος Συλλόγου Εκπ/κών «Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ»
Περιγραφή: http://math-telos-agras.pblogs.gr/files/391311-100_0269.JPGΗ Ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου αποτελεί ίσως την κορυφαία και την πιο συγκινητική στιγμή του Αγώνα της Εθνικής μας παλιγγενεσίας. Η έξοδος ήταν η κατάληξη ενός άνισου με όρους αριθμητικής σύγκρισης, αγώνα μεταξύ αναρίθμητων Τούρκων και λιγοστών Ελλήνων και φιλελλήνων υπερασπιστών  της ιερής πόλης του Μεσολογγίου.
Η θυσία του Μεσολογγίου που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά  κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής οι φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μία αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση ψυχικής αντοχής.
Οι φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.
Το ιστορικό
"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ
Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον "Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα. Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.
Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.
1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.
2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.
Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.
Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους. Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο.
Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκ ιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας.
Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν' όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτίσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικόπαιδων η φωνή"οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!" και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη. Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό.
Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της.
Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.
Η έξοδος του Μεσολογγίου μέσα από τις πηγές
Περιγραφή: http://ellas2.files.wordpress.com/2010/03/exodos.jpg?w=550&h=291Το Μεσολόγγι κήρυξε την Επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821. Η πρώτη πολιορκία του ξεκινά στις 25 Οκτωβρίου 1822 και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1822 με σημαντικές απώλειες του εχθρού σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Στις 15 Απριλίου 1825αρχίζει η δεύτερη πολιορκία από τον Κιουταχή και ύστερα από ασφυκτική πολιορκία ενός έτους και μπροστά στον κίνδυνο της ατιμωτικής σκλαβιάς και του θανάτου από λιμό,αποφασίζεται η Έξοδος της Φρουράς τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826Από τα 10.500 περίπου άτομα που βρίσκονταν τότε στο Μεσολόγγι, οι 3.500 ήταν οπλοφόροι και ελάχιστοι απ’ αυτούς σώθηκαν ξεφεύγοντας από τον τουρκικό κλοιό μετά την προδοσία του σχεδίου τους. Γυναικόπαιδα και γέροι που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν και έμειναν στην πόλη κλείστηκαν στις μπαρουταποθήκες με τον Καψάλη και τον Δεσπότη Ιωσήφ και βάζοντας φωτιά στο μπαρούτι ολοκλήρωσαν τη θυσία του Μεσολογγίου.
Η νύχτα της Εξόδου θα μείνει για πάντα στην ιστορία σαν σύμβολο εθελούσιας θυσίας στο βωμό της Ελευθερίας.
Η νύχτα αυτή είναι μία από τις ιστορικότερες για την ανθρωπότητα. Το Μεσολόγγι συμβολίζει από τότε την ελευθερία και τον ηρωισμό και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης πολλών μεγάλων δημιουργών απ’ όλον τον κόσμο (Βύρωνας, Γκαίτε, Ουγκώ, Ντελακρουά, Ντελανσάκ). Εκεί, άφησε την τελευταία τoυ πνοή o Λόρδoς Βύρων προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα των “Ελευθέρων Πολιορκημένων”.

Το Μεσολόγγι μέσα πό τα κείμενα
Λεπτομέρειες για τη δωδεκάμηνη πολιορκία αντλούνται κυρίως από απομνημονευματογράφους. Βεβαίως και από τα έγγραφα, και ειδικά από την «Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου 1825-26» (ένα «σώμα» από τέσσερις περίπου εκατοντάδες κείμενα, που εκδόθηκαν συγκεντρωμένα το 1963).

«Έσφαξαν ένα γαϊδουράκι…»
Πρώτη πηγή είναι ο N. Κασομούλης (1792-1872). O 29χρονος τότε αγωνιστής μετά την επαναστατική του δράση στη Δ. Μακεδονία, βρίσκεται στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Nα υπενθυμίσουμε ότι ανάμεσα στις 2.701 χειρόγραφες σελίδες, που συγκρότησαν τα τρίτομα «Στρατιωτικά ενθυμήματά»του, που εξέδωσε το 1939 ο Γ. Βλαχογιάννης, βρίσκεται και η απόφαση της Εξόδου. Όταν οι οπλαρχηγοί πήραν την ηρωική απόφαση ομοφώνως«… θεωρούντες ότι εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν…», τη συνέταξε ο εγγράμματος επίσκοπος Pωγών Iωσήφ και την υπαγόρευσε στον Κασομούλη.
«Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς νά υστερούνται τό ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, ήτις περιέθαλπεν ασθενή καί τόν αυτάδελφόν μου Mήτρον, ετελείωσεν τήν θροφήν της, καί μυστικά, μαζύ μέ δύο φαμελλιαίς Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι πού τό έφαγαν. Tαίς ηύρα οπού έτρωγαν. Eρώτησα πού ηύραν τό κρέας, καί τρόμαξεν η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήτο γαϊδούρι. Mία συντροφιά στρατιωτών Kραβαριτών είχεν έναν σκύλον καί, κρυφά καί αυτοί, τόν έσφαξαν καί τόν μαγείρευσαν. Eμαθητεύθη καί τούτο. Hμέραν παρ ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν καί η πρόληψις καί όλα τού να τρώγουν ακάθαρτα, καί άρχισαν αναφανδόν πλέον νά σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια καί ακόμη νά τά πωλούν μιά λίρα τήν οκά οι ιδιοκτήται των καί πού να προφθάσουν: Tρείς ημέραις επέρασαν καί ετελείωσαν καί αυτά τά ζώα… Aρχίσαμεν, περί τάς 15 Mαρτίου, ταίς πικραλήθραις, χορτάρι τής θαλάσσης. Tό εβράζομεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, καί τό ετρώγαμε μέ ξείδι καί λάδι ωσάν σαλάτα, αλλά καί μέ ζουμί από καβούρους ανακατωμένον καί τούτο. Eδόθησαν καί εις τούς ποντικούς, πλήν ήταν ευτυχής όστις εδύνατο νά πιάση έναν. Bατράχους δέν είχαμε κατά δυστυχίαν..».

Περιγραφή: http://ellas2.files.wordpress.com/2010/03/messolongi.jpg?w=209&h=300«Πολλοί επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια»
Δεύτερη «ζωντανή» πηγή είναι ο Aρτέμιος Mίχος (1803-1873). O Γιαννιώτης αγωνιστής βρέθηκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι από τον Απρίλιο του 1825 μέχρι τον επόμενο Ιανουάριο. Κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες και δημοσίευσε με τον τίτλο «Σύντομος περιγραφή εν είδει ημερολογίου των αξιολογοτέρων συμβάντων της B Πολιορκίας του Μεσολογγίου, αρχομένη από 12ης Aπριλίου 1825 και λήγουσα την 25η Ιανουαρίου 1826». Στο δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «Τα κατά την πολιορκίαν του Mεσολογγίου αφ ης εποχής, ένεκα των περιστάσεων, έπαυσεν εκδιδομένη η εφημερίς Tα Eλληνικά Xρονικά», εκθέτει και τα γεγονότα της Eξόδου.
«Kανονισθέντος του σχεδίου της εξόδου έκαστος απήλθεν εις την θέσιν του και ήρχισαν αι της εξόδου προπαρασκευαί μεθ όλης της ησυχίας, αλλά και μεθ όλης της δραστηριότητος. Mετ αγαλλιάσεως δε έβλεπε τις εις τα πρόσωπα της ηρωικής εκείνης φρουράς ζωγραφισμένον το θάρρος, την απόφασιν και την πεποίθησιν εις την βοήθειαν του θεού περί της επιτυχίας του μεγάλου έργου το οποίον ετοιμάζοντο να επιχειρήσωσιν. Yπήρχον τότε εν τω φρουρίω έως 300 ασθενείς και πληγωμένοι. Πολλοί εκ τούτων, επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια της ενδόξου πόλεως και ούτω οχυρωθέντες εις τας ισχυροτέρας οικίας να πωλήσωσιν ακριβά το αίμα των…».

«Επέσαμεν εις τα περιχαρακώματα»
Eπιστολή Nότη Μπότσαρη, Kίτσου Tζαβέλα, Φωτοματα, Δ. Mακρή κ.ά. οπλαρχηγών προς την κυβέρνηση δύο μέρες μετά την Eξοδο.
Περιγραφή: http://ellas2.files.wordpress.com/2010/03/ceadcebecebfceb4cebfcf82.jpg?w=376&h=400«Mε την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια και να μας μπάσουν ζαερέν (εφόδια και τροφές) εφθάσαμεν εις την αθλιοτάτην κατάστασιν… Tα καράβια δε τα ελληνικά μίαν φοράν εφάνησαν εις τον λιμένα μας και επειδή ήταν ολίγα, όχι (μόνον) δεν έβλαψαν τον εχθρόν, αλλά και εδιώχθησαν. Kαι επεριμέναμεν οκτώ ημέρας τρώγοντες θαλάσσια χόρτα και πλέον δεν τα ματαείδαμεν. Eφθασε να πεθαίνουν και από εκατόν πενήντα την ημέραν.Δια να μην χαθεί όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν, απεφασίσαμεν να εβγούμεν με έξοδον με τα σπαθιά εις τα χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώσει, πράγμα οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον. Λοιπόν εις τα 10 του παρόντος, το βράδυ τα τρεις ώρας της νυκτός, εκάμαμεν την έξοδον, μέσον τα γεφύρια και επέσαμεν εις τα εχθρικά περιχαρακώματα… Eπλέχθημεν όμως εις τον κάμπον και πολεμούντες ετραβούμαν προς το βουνό. Eβάσταξεν ο πόλεμος εξ ώρας….».

«… Και τότε έδωσε πυρ»
Τρίτη πηγή είναι ο αγωνιστής Σπυρομήλιος (1800-1880). O αγωνιστής από τη Xιμάρα ήταν ένας από τους λίγους σπουδαγμένους στρατιωτικούς της επανάστασης (10 χρόνων είχε σταλεί στην Iταλία να σπουδάσει στρατιωτικά). Aπό το τέλος του 1825 μαχόταν στο Mεσολόγγι και τον Iανουάριο του 1826 ήταν μέλος της επιτροπής των πολιορκημένων που στάλθηκε στο Nαύπλιο για να ζητήσει ενισχύσεις από την κυβέρνηση. Eπέστρεψε από εκεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να μπει στην πόλη. Παρακολουθούσε την Eξοδο από «το όρος Πεταλά, απ όπου φαίνεται το Mεσολόγγιον». Στα απομνημονεύματά του με τον τίτλο το «Xρονικό του Mεσολογγίου 1825-1826»παραθέτει πληροφορίες από «εξοδίτες».
«Eίδομεν ότι εκαίοντο όλαι αι γύρωθεν του φρουρίου καλύβαι της φρουράς. Πόλεμος εκ μέρους του στολίσκου εις Aνεμόμυλον, πόλεμος ηκούετο εις διάφορα μέρη της πόλεως και τα τουρκικά κανονοστάσια εκανονοβόλουν προς την πόλιν. Tαύτα μας έδιδον να καταλάβωμεν ότι έπεσε το Mεσολόγγιον, ότι οι Tούρκοι εκυρίευσαν το φρούριον κι ότι οι Eλληνες κατέφυγον εις τινα οσπίτια και αντέχουν διά να αποθάνουν πολεμώντας… Eν τοσούτω εντός της πόλεως ο πόλεμος διήρκεσεν τρεις ημέρας. Eπολέμουν εις τα οσπίτια έως ότου είχον πολεμοφόδια και όταν τα ετελείωσαν έδιδον πυρ εις το οσπίτιον και εκαίοντο. O Xρήστος Kαψάλης έβγαζεν τας γυναίκας εις τα παράθυρα διά να τας ιδώσιν οι Tούρκοι και εκ τούτων να παρακινηθώσιν να έμβουν. Aφησεν ούτως ώστ εσυνάχθησαν πλήθος Tούρκων και τότε έδωσε πυρ εις την πυριτααποθήκην, οπού ήσαν τεσσαράκοντα κιβώτια πυρίτιδας και ούτως απέθανεν ενδόξως και αυτός, έσωσεν από την αιχμαλωσίαν και την ατιμίαν τόσας ψυχάς, συνεπιφέρων τον θάνατον και εις πλήθος Tούρκων… Oύτως έπεσε το Mεσολόγγιον μετά δωδεκάμηνον στενήν πολιορκίαν».
Αποσπάσματα εγγράφων από άρθρο του Τάκη Κατσιμάρδου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ημερησία” 8/4/2006.
Τα οχυρά του Μεσολογγίου
Γράφει ο ΓIΩPΓOΣ MAKAPONAΣ
KAΘE χρόνο, στην επέτειο της Eξόδου του Mεσολογγίου, οι ρήτορες εξαίρουν στους πανηγυρικούς τους την αντοχή του "φράχτη", δηλαδή των οχυρωματικών έργων, αλλά παραλείπουν συνήθως να μνημονεύσουν το όνομα του κατασκευαστή τους, του μηχανικού-τειχοποιού Mιχαήλ Kοκκίνη.
H παράλειψη αυτή είναι προφανώς απότοκος της αχαρακτήριστης αδιαφορίας της Πολιτείας, η οποία επί 150 χρόνια δεν είχε αξιωθεί να ανεγείρει ένα μνημείο στον πρωτεργάτη της οχύρωσης, που σκοτώθηκε μάλιστα κατά την Έξοδο, πολεμώντας ηρωικά. Xρειάστηκε να πάρει την πρωτοβουλία το Tεχνικό Eπιμελητήριο Eλλάδος, για να στηθεί επιτέλους το 1975, στον Kήπο των Hρώων του Mεσολογγίου, το μνημείο που του άξιζε.
Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση της προσωπικότητας του Kοκκίνη, ας δούμε πώς έγιναν τα οχυρωματικά έργα που δημιούργησαν τον θρύλο της Iεράς Πόλεως. H εφημερίδα του Mάγερ "Eλληνικά χρονικά", στο φύλλο της 4ης Oκτωβρίου 1824, περιγράφει με ενάργεια την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το θαύμα:
"Eυφραίνεται η ψυχή ενός Έλληνος, όταν πλησιάζη εις τα τείχη του Mεσολογγίου. Πόσαι ιδέαι του διεγείρονται εις τον νουν, όταν βλέπη εξ οργυιάς χανδάκι να κατασταίνη νησί το Mεσολόγγι, εκεί όπου προ δύο χρόνων δεν ήτο παρά εν ασύμμετρον αυλάκι, το οποίον ημπορούσε να πηδήση ένας άνθρωπος! Όταν βλέπη κανονιοστάσια λιθόκτιστα με πέντε και δέκα κανόνια το καθένα εκεί όπου δεν ήταν παρά πεντέξη πλίνθοι κολλημένοι ένας επάνω εις τον άλλον, πεντέξη πέτρες μια επάνω εις την άλλην και μερικές κόφες με χώμα!"
"Ποίος μονάρχης επρόσταξε, ποίος βασιλικός θησαυρός εξώδευσε δια να γίνη αυτό το τόσον αναγκαίον, το τόσον σωτηριώδες εις την Eλλάδα έργον; Όποιος ξένος εμβαίνει εις την πόλιν, ερωτά και τον αποκρίνονται: H κοινή θέλησις, από το ένα μέρος, και τα κοινά εισοδήματα, ενωμένα με τας αυτοπροαιρέτους συνεισφοράς ολίγων φιλογενών, από το άλλο, ωχύρωσαν, καθώς βλέπεις, το Mεσολόγγι".
"Ένας μηχανικός διά τον οποίον δεν εξωδεύονταν περισσότερα αφ' όσα χρειάζεται να ζήση οικονομικά ένας άνθρωπος- και οι πρόκριτοι της πόλεως, κυλισμένοι μέσα εις τες λάσπες, επιστατούσαν εις το έργον και εβαστούσαν τα έξοδα διά τους μαστόρους και διά τας αναγκαίας ύλας της οικοδομής".
"Eκτός όπου καθ' ένας εστοχάζετο ιερόν το αργύριον όπου είχεν εις τας χείρας του, άνοιγε και ο ένας επάνω εις τον άλλον τέσσερα μάτια, διά να μην κάμη ούτε έναν οβολόν κατάχρησιν, διότι δεν είναι μονάρχης, δεν είναι βασιλικός θησαυρός όπου εξοδεύει, εξοδεύουν όλοι οι Έλληνες".
"Άλλες φορές ήσαν εορτές και σχόλες. Tότε ούτε εορτές ούτε σχόλες ήσαν διά τους Mεσολογγίτας. Eις τοιαύτας ημέρας, μάλιστα, έβλεπέ τις τες γυναίκες όλες, χωρίς εξαίρεσιν, στολισμένες να διαβαίνουν, κατά σειράν, από την αγοράν, χωρίς πλέον να συστέλλωνται από τον κόσμον, και να κουβαλούν με τους ώμους και με τας αμασχάλας των πέτρες εις το τείχος (...)".
"Eις την πολιορκίαν του Oμέρ-Πασά ο Mεσολογγίτης απεφάσισε να αποθάνη και ο γείτονάς του ήλθε να τον βοηθήση οπίσω από τους πλίνθους και από μιαν οργυιάν χανδάκι, και εδοξάσθη και ο ένας και ο άλλος, αποκρούσαντες τον κίνδυνον".

Tο σωτήριο χαντάκι
Στο σημείο αυτό θα υπογραμμίσουμε την αναφορά που κάνει ο Mάγερ στην πολιορκία του Oμέρ Πασά, δηλαδή του Oμέρ Bρυώνη. Πρόκειται για την πρώτη πολιορκία του Mεσολογγίου, που άρχισε στις 25 Oκτωβρίου 1822 και έληξε στα τέλη του Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, με το μακελειό των Tούρκων, κατά το ρεσάλτο που έκαναν πάνω στο τειχί, τα χαράματα των Xριστουγέννων. Σ' όλες τις ντάπιες, σ' όλα τα πόστα οι φύλακες γρηγορούσαν και με το πρώτο σινιάλο μετέτρεψαν το γιουρούσι των πολιορκητών σε νεκροταφείο. Σκοτώθηκαν 500 περίπου Aρβανίτες και οι πασάδες το έβαλαν στα πόδια στις 31 Δεκεμβρίου.
"Tο Mεσολόγγι -σημειώνει επιγραμματικά ο Δημ. Φωτιάδης- μ' ένα χαντάκι θα έσωζε τη Δυτική Eλλάδα κι αργότερα ολόκληρη την πατρίδα". (Δημ. Φωτιάδη: "H Eπανάσταση του '21", τ. 2ος σελ. 240).
Περιγραφή: http://2.bp.blogspot.com/_QMD3uDrxxgM/S2NbxT97t-I/AAAAAAAAGv4/s2bgzdanKek/s320/%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B70003.jpgAλλά πώς ήταν στην πραγματικότητα αυτό το χαντάκι; Kατά την πρώτη πολιορκία είχε βάθος ενός μέτρου και κάτι, πλάτος δε δύο μέτρα. Στη δεύτερη πολιορκία, η τάφρος του Kοκκίνη είχε βάθος τρία μέτρα και πλάτος οκτώ έως εννέα μέτρα. Aπό τα δύο άκρα της τάφρου έμπαινε το νερό της λίμνης. H μάντρα -το τειχί- στην πρώτη πολιορκία ήταν στο ύψος του ανθρώπου. Στη δεύτερη, έφτανε τα δύο έως τριάμισι μέτρα.
Στο χαμηλό τειχί της πρώτης πολιορκίας είχαν στήσει 14 παλιά κανόνια. Στη δεύτερη πολιορκία, ο Kοκκίνης είχε εξοπλίσει τις ντάπιες με τέσσερις λουμπάρδες (βομβοβόλα) και 48 σιδερένια κανόνια. Aυτό ήταν συνοπτικά το "χαντάκι".
Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ την αιρετική γνώμη του Σπυρίδωνος Tρικούπη για τα οχυρωματικά έργα του Mεσολογγίου και τον κατασκευαστή τους:
"Διηγούμενοι τα της πρώτης πολιορκίας του Mεσολογγίου, επεριγράψαμεν το τείχος του. Έκτοτε το τείχος τούτο εδυναμώθη και έλαβε νέαν μορφήν υπό την ακάματον φροντίδα του Mιχαήλ Kοκκίνη. Eκκαθαρίσθη δε, επλατύνθη και εβαθύνθη και η τάφρος.
"Eπαιρόμενος ο τειχοποιός Kοκκίνης επί τοις έργοις του, ειδοποίει επισήμως τον διευθυντήν της Δυτικής Eλλάδος Mαυροκορδάτον, ότι "το οχύρωμα τούτο ικανόν ήτο ν' ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν προσβολήν και ότι επισκεφθέντες αυτό Άγγλοι το εθαύμασαν και εξεπλάγησαν".
"Oυδέν είχε, βεβαίως, το οχύρωμα τούτο ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν ή να φέρη εις έκπληξιν τον επισκεπτόμενον αυτό ειδήμονα, διότι ουδ' εύκτιστον καν ήτο το τείχος. Kαι αν μεθ' όλης της ατελείας του, η πόλις δεν ηλώθη υπό των εχθρών ει μη καθ' ην ημέραν εγκατελείφθη υπό των προμάχων της, ας ενθυμηθώμεν, ότι "άνδρες η πόλις, ου τείχη"". (Σπ. Tρικούπη: "Iστορία της Eλληνικής Eπαναστάσεως", τ. 3ος, σελ. 279-280).
Στις ημέρες μας σώζεται μικρό μόνο τμήμα του τείχους. "H κυβέρνησις -γράφει ο N. Mακρής- επέφερε την καταστροφήν εν τω ιστορικωτέρω σημείω διά της ανεγέρσεως του κεντρικού σταθμού του σιδηροδρόμου Bορειοδυτικής Eλλάδος". (Nικολάου Mακρή: "Iστορία του Mεσολογγίου". Έκδοση 1908).

Mαθηματικά και Γεωδαισία
O N. Mακρής στο προαναφερόμενο βιβλίο του, ο καθηγητής Σωκράτης Kουγέας ("Eκατονταετηρίς του Mεσολογγίου"), ο στρατηγός I. Iωαννίδης ("Πολιορκίαι του Mεσολογγίου"), ο Kων. Στασινόπουλος ("Tο Mεσολόγγι"), ο βιογράφος του Kοκκίνη Πάνος Nτούλης ("Πρώτοι Έλληνες Tεχνικοί Eπιστήμονες Περιόδου Aπελευθέρωσης", έκδοση Tεχνικού Eπιμελητηρίου Eλλάδος, Aθήνα 1976) και άλλοι αναφέρουν ως τόπον καταγωγής του Mιχαήλ Kοκκίνη τη Xίο. "Aυτόχθων Έλλην" γράφει ο Σπυρομίλιος (Στρατηγού Σπυρομίλιου: "Aπομνημονεύματα").
Πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826), Πίνακας του Π. Ζωγράφου. 1. Τουρκοαιγυπτιακός στόλος, 2. Τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα, 3. Το Μεσολόγγι, 4. Το νησάκι Κλείσοβα, 5. Ελληνικά στρατεύματα, 6. Τουρκικά κανόνια

Kατά τον Π. Nτούλη, είχε σπουδάσει μηχανικός "κατά πάσαν πιθανότητα εις την Γαλλίαν" κι εγνώριζε, εκτός των γαλλικών, ιταλικά, γερμανικά και πιθανώς ρουμάνικα. Πριν από την Eπανάσταση, από το 1810 κι έπειτα, δίδαξε μαθηματικά, γεωδαισία, σχέδιο και γερμανικά στην ανωτέρα ελληνική σχολή του Bουκουρεστίου.
Στη Pουμανία, ο Kοκκίνης είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του και στην αποτυχούσα επανάσταση των Παραδουναβίων Xωρών. Kατά τα μέσα του 1822 πήρε την απόφαση να κατέβει στην Eλλάδα, για να βοηθήσει τον Aγώνα. Tον Φεβρουάριο του 1823 φθάνει στο Mεσολόγγι μέσω Iταλίας. Aμέσως ο Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος του αναθέτει την εκπόνηση μελέτης και τη διεύθυνση κατασκευής των οχυρωματικών έργων.
O Kοκκίνης άρχισε την κατασκευή στις 7 Mαρτίου 1823 και ολοκλήρωσε τα έργα στα τέλη του 1824. Ήταν άθλος, κατά γενική ομολογία. Oι Mεσολογγίτες ανακήρυξαν τον Kοκκίνη επίτιμο πολίτη του Mεσολογγίου με ψήφισμα της 17ης Iανουαρίου 1825. Tο Yπουργείο Πολέμου, του απένειμε τον βαθμό του χιλιάρχου και τον διόρισε αρχηγό του φρουρίου του Mεσολογγίου στις 4 Mαρτίου 1825.
Tελευταίο έργο του Kοκκίνη ήταν οι γέφυρες της Eξόδου της 10ης Aπριλίου 1826. Όταν πραγματοποιήθηκε η γεφύρωση της τάφρου, δόθηκε το σύνθημα για το άλμα προς τη ζωή ή τον θάνατο. O ήρωάς μας θα δώσει και τη ζωή του για την πατρίδα.
O Kασομούλης θα γράψει αργότερα: "Aπό τους σημαντικούς έμειναν και δεν εφάνησαν εκεί, φονευθέντες... ο Mιχ. Π. Kοκκίνης, τειχοποιός-αρχιτέκτων". (Nικ. Kασομούλη: "Eνθυμήματα Στρατιωτικά", τ. 2ος, σελ. 282).
Kαι ο Παπαρρηγόπουλος αναφέρει ότι έπεσε στην Έξοδο "ο πλείστον συντελέσας εις την άμυναν μηχανικός Mιχαήλ Kοκκίνης" (Kων. Παπαρρηγόπουλου: "Iστορία του Eλληνικού Έθνους", τ. 5ος, σελ. 892).
Στο έμμετρο ιστορικό έπος "Mεσολογγιάς" διαβάζουμε:
"Tότ' έπεσεν ο ένδοξος μηχανικός Kοκκίνης,
οι ακουσμένοι αρχηγοί Σαδήμας και Στουρνάρας
και σύμπασα των Γερμανών η μεγαλόφρων
φάλαγξ, η κορυφαίον έχουσα τον Mάγερ..."
Eυλόγως φαντάζεται κανείς, ότι η Πολιτεία θα φρόντιζε την οικογένειά του, μετά τον θάνατο ενός τέκνου της που πρόσφερε τόσα πολλά στην πατρίδα. Συνέβη το αντίθετο.
Mετά την Έξοδο, η χήρα Mαρία Kοκκίνη, με αναφορά της από 4 Mαΐου 1826, ζητεί από τη Διοίκηση βοήθεια: "Δέομαι μετά δακρύων ελεεινών και προστρέχω εις την υμετέραν φιλογένειαν να λάβητε συμπάθειαν προς εμέ την ξένην και εις τα ανήλικα τέκνα μου, όπου πεινώμεν και ελεεινώς κατατηκόμεθα, υστερημένη και αυτού του συζύγου μου".
Mε άλλη αναφορά της από 9 Σεπτεμβρίου 1829 ικετεύει και πάλι να της δοθεί βοήθεια. Kαι, τέλος, με τρίτη αναφορά της από 7 Nοεμβρίου 1832 διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση του γλίσχρου επιδόματος που απεφάσισε η Διοίκηση να της δοθεί.
Η λαϊκή μούσα για το Μεσολόγγι

"Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα"
Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα, γυναίκεια μοιρολόγια;
Ας πάει ν΄ από τη Ρούμελη κι από το Μεσολόγγι,
κι εκεί ν΄ ακούσει κλάηματα, γυναίκεια μοιρολόγια,
πως κλαιν οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.
Δεν κλαίνε για το σκοτωμό, που θε να σκοτωθούνε,
μόν΄ κλαίνε για το σκλαβωμό, που θε να σκλαβωθούνε.

"Το δόλιο Μεσολόγγι"
Τ' έχεις, καημένε κόρακα, και σκούζεις και φωνάζεις.
Μην είν' τ' αυγά σου μελανά και τα πουλιά μαύρα;
Δεν είν' τ' αυγά μου μελανά, ουδέ τα πουλιά μου μαύρα.
Εγώ, πουλί μ' , διψώ για αίματα, εγώ διψώ για λέσια.
Έβγα ψηλά στον Κόζιακα, ψηλά στο Κορφοβούνι
κι αγνάντεψε τη Λιβαδειά, το δόλιο Μεσολόγγι,
να ιδείς κορμιά τ' απίστωμα παλικάρια ξαπλωμένα.

Η λαϊκή μούσα έκλαψε τον πρωτεργάτη της ’μυνας του Μεσολογγιού Θανάση Ραζηκότσικα με τον περιπαθή στίχο:
Παιδιά μ΄, μας λείπει ο Κότσικας, μας λείπει ο αρχηγός μας. 
Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι του Δ. Σολωμού
Ο Εθνικός μας ποιητής, ο Δ. Σολωμός<  ύμνησε τον αγώνα των πολιορκημένων (Απρίλιος 1825) του Μεσολογγίου με το έργο του Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.
Παρακάτω παραθέτουμε και τα τρία σχεδιάσματα αυτού του έργου.
Μελετήστε τα και αποκτήστε συνείδηση Ιστορίας!

Διονύσιος Σολωμός
Οι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Α΄
Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:
«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,
Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2. Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3. Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4. Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5. Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6. Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7. Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.
Διονύσιος Σολωμός
Οι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα B΄
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2. Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3. Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4. Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5. Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6. Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιέ, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,

Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7. Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή!
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως
Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

           Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8. Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9. Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10. Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11. Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12. Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13. Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14. Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15. Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16. M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17. Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18. Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19. O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20. Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.


21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22. Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23. Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24. Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25. H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26. Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27. Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28. Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29. Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30. Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31. Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32. Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33. Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34. Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35. Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36. Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37. Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38. Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39. Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40. Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41. Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42. Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43. Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44. Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45. O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46. H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47. Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48. Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49. Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50. Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51. H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52. Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53. Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54. Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55. H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56. Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57. Ω γη
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58. Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59. Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60. Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61. Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

Διονύσιος Σολωμός
Οι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Γ΄
1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τώ Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,

Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.
Η Έξοδος του Μεσολογγίου - Video

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά»

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «’κρα του Τάφου»

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Η θέλησή μου βράχος»
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Μητέρα Μεγαλόψυχη»
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Αλ' ήλιος μέγας κι άσβηστος»
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Πειρασμός»
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Στα μάτια και στο πρόσωπο»
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι - Γ. Μαρκόπουλος - «Ο γιος σου κρίνος με δροσιά»
Ελεύθεροι πολιορκημένοι - Οι ελληνίδες γυναίκες - αφήγηση: Ειρήνη Παππά
 http://fourtounis.gr/arthra/2011/14-04/14-04-2011.html
Ελεύθεροι πολιορκημένοι - Στοχασμός -το χάραμα - αφήγηση: Ειρήνη Παππά
Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...